Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Περί του Ε

Περί του Ε εις τους Δελφούς

Πλούταρχος

Ο Πλούταρχος, που ήταν και αρχιερέας του Απόλλωνα έγραψε στα «Ηθικά» του μία ολόκληρη πραγματεία για τον αποσυμβολισμό του ΕΙ. Ο Πλούταρχος μας λέει στην αρχή του πονήματός του ότι έγινε διάλογος στους Δελφούς με θέμα συζήτησης «περί του Ε εις τους Δελφούς». Στο διάλογο συμμετείχαν οι:
-Αμμώνιος
-Λαμπρίας
-Θέων
-Εύστροφος
-Νίκανδρος και
-Πλούταρχος
Το κείμενο του Πλούταρχου έχει περίπου ως εξής:

3. Συγκεκριμένως ο Λαμπρίας, αδελφός του Πλούταρχου είπε τα εξής: Λένε οτι οι περίφημοι σοφοί, που μερικοί τους ονόμαζαν και σοφιστές, ήταν πέντε: ο Χίλων, ο Θαλής, ο Σόλων, ο Βίας και ο Πιττακός. 'Οταν ομως, o Κλεύβουλος, ο τύραννος των Λινδίων κι αργότερα ο Περίανδρος της Κορίνθου, που δεν είχαν καμιά αρετή και σοφία, αλλά κατάκτησαν τη φήμη με τη δύναμή τους, με τους φίλους τους και τις ευεργεσίες τους, έχωσαν το όνομά τους με εκείνα των σοφών και γέμιζαν την Ελλάδα με αξιώματα και αποφθέγματα, όμοια με εκείνα που έλεγαν οι πέντε σοφοί, τότε φαίνεται, ότι οι πέντε σοφοί άντρες, αν και αγανάκτησαν, δε θέλησαν να αποστραφούν την αλαζονεία τους ούτε να συγκρουστούν με πολύ ισχυρούς ανθρώπους. Συγκεντρώθηκαν στους Δελφούς κι αφού συζήτησαν μεταξύ τους και ανάθεσαν αυτό το γράμμα το οποίο είναι πέμπτο στην τάξη των γραμμάτων και ως αριθμός το πέντε σημαίνει, και συνάμα διαμαρτυρήθηκαν στο θεό ότι είναι πέντε και δεν αποδέχονται ούτε τον έκτο ούτε τον έβδομο γιατί δεν έχουν καμία σχέση μ' αυτούς. Το ότι αυτά δε λέγονται από σκοπιμότητα, αλλά είναι κοντά στην αλήθεια, μπορεί να το καταλάβει κανείς, αν ακούσει τους ιερείς του ναού, οι οποίοι το χρυσό Ε, το ονομάζουν της Λυβίας της γυναίκας του Καίσαρα. Το χάλκινο το ονομάζουν των Αθηναίων και το πρώτο που είναι ξύλινο και το πιο παλιό το ονομάζουν Ε των σοφών, αφιερωμένο όχι από έναν αλλά είναι κοινό ανάθημα όλων.

4. Τότε ο Αμμώνιος χαμογέλασε ήρεμα, γιατί κατάλαβε ότι ο Λαμπρίας είχε εκφράσει τη δική του άποψη κι έπλασε την ιστορία αυτή, την οποία έλεγε οτι είχε ακούσει από άλλους για να είναι ανεύθυνος. Κι ένας άλλος από αυτούς που ήταν εκεί είπε, ότι αυτά είναι όμοια με όσα πριν φλυαρούσε ο Χαλδαίος ξένος, ότι δηλαδή εφτά είναι τα γράμματα που έχουν δική τους φωνή και εφτά άστρα είναι τα οποία έχουν κίνηση αυτοτελή και άσχετη απο των άλλων άστρων που κινούνται στον ουρανό, και ότι το Ε είναι δεύτερο από τα φωνήεντα, όταν αριθμούνται από την αρχή και ο ήλιος δεύτερος από τους πλανήτες μετά τη σελήνη. Και σχεδόν όλοι οι Έλληνες θεωρούν τον Απόλλωνα ίδιο με τον ήλιο «Αλλά αυτά έλεγε, είναι ολότελα από πίνακα και Πυλαία, και ο Λαμπρίας, όπως φαίνεται αντιλήφθηκε ότι εξήγειρε κατά της γνώμης του όλους τους επιμελητές του ναού». Γιατί κανείς από τους κατοίκους των Δελφών δεν εγνώριζε όσα είπε, μα παρενέβαλλαν την κοινή και παραδοσιακή άποψη, υποστηρίζοντας ότι ούτε η όψη, ούτε ο φθόγγος του γράμματος συμβολίζει τίποτα, αλλά το όνομα του γράμματος μόνο.

5. Το λόγο πήρε ο Νίκανδρος και είπε: Το γράμμα Ε, όπως νομίζουν οι Δελφοί και ο προλαλήσας, αποτελεί τον τόπο και τη μορφή της επικοινωνίας με το Θεό και έχει ηγεμονική τάξη στα ερωτήματα όσων χρησιμοποιούν το μαντείο, για να πληροφορηθούν, αν θα νικήσουν, αν θα παντρευτούν, αν συμφέρει να ταξιδέψουν, να ασχοληθούν με τη γεωργία ή να μεταναστεύσουν. Και στους διαλεκτικούς, οι οποίοι ισχυρίζσνται, ότι καμία έννοια δε βγαίνει από το μόριο «ει» και της αίτησης που είναι συνδεμένη μαζί του, τους έλεγε να χαίρουν ο θεός σοφός όντας, και όλες τις ερωτήσεις που ακολουθούν το μόριο αυτό, τις εννοεί και τις παραδέχεται ως πράγματα υπαρκτά. Κι επειδή σε μας είναι ίδιο να τον ρωτάμε, σαν μάντης που είναι και όλος ο κόσμος τον παρακαλεί σαν θεό, όμως νομίζουν ότι το γράμμα Ε έχει σημασία και ερωτηματική και ευχετική, γιατί παρακαλώντας λέμε «αν δε συνέβαινε». Και ο Αρχίλοχος έλεγε: «Αχ! αν είχα την τύχη ν' αγγίξω της Νικοβούλας το χέρι». Και λένε, ότι η δεύτερη συλλαβή στο «είθε» δε χρειάζεται, όπως στο στίχο του Σώφρονος, το «θην». «είθε να μην είχα παιδιά» και στον ομηρικό στίχο: «είθ' έτσι τη μανία σου να λύσω». Στο «ει» φανερώνεται αρκετά μάλιστα η ευχή και η παράκληση.

6. 'Όταν τελείωσε ο Νίκανδρος, ο Θέων, λέγοντας πως με όσα άκουσε υβρίζεται η διαλεκτική, ανάπτυξε τη δική του άποψη: Αλλά ότι ο θεός είναι διαλλακτικότατος, το αποδεικνύουν οι περισσότεροι χρησμοί: Γιατί ο ίδιος, όπως είναι γνωστό, διαλύει αμφιβολίες και βάζει αμφιβολίες. Και ακόμα, όπως είπε ο Πλάτων, όταν δόθηκε χρησμός να γίνει διπλάσιος o βωμός στη Δήλο, έργο που οφείλεται στην πλουσιότατη εμπειρία της γεωμετρίας, ο Θεός δε διέταξε αυτό, αλλά πρότρεπε τους Έλληνες να ασχολούνται με τη γεωμετρία. Ο Θεός, λοιπόν, λέγοντας τέτοιους χρησμούς, μεγαλώνει τη διαλεκτική και τη συνιστά ως αναγκαία σε όσους μέλλουν να συνεννοούνται μαζί του ορθά. Στη διαλεκτική βέβαια έχει τεράστια δύναμη ο συνδετικός αυτός σύνδεσμος, γιατί σχηματίζει το λογικότερο αξίωμα. Γιατί πως δεν έχει τέτοια δύναμη ο συναπτόμενος συλλογισμός, αφού γνώση για την ύπαρξη των πραγμάτων έχουν και τα ζώα, αλλά μονάχα τον άνθρωπο η φύση έχει προικίσει με τη σκέψη και την κρίση; Γιατί, ότι είναι ημέρα και λάμπει το φως, το αισθάνονται, βέβαια, και οι λύκοι, και τα σκυλιά και τα πουλιά, αλλά, ότι, αν είναι ημέρα, τότε υπάρχει και φως, τίποτα άλλο δεν το εννοεί παρά o άνθρωπος μονάχα, γιατί μονάχα ο άνθρωπος έχει την έννοια εκείνου που αρχίζει και εκείνου που τελειώνει, και της σημασίας τους και της μεταξύ τους συνάρτησης, και του αμοιβαίου συσχετισμόύ και διαφορισμόύ τους, έννοιες στις οποίες οι αποδείξεις έχουν την πρώτη αρχή τους. Επειδή, λοιπόν, φιλοσοφία είναι η έρευνα της αλήθειας και φως της αλήθειας είναι η απόδειξη και της απόδειξης αρχή και κρηπίδα είναι ο συναπτόμενος συλλογισμός, γι’ αυτό, πολύ φυσικά, η δύναμη (το μόριο) που επιτυγχάνει τη συνοχή των προτάσεων, καθιερώθη από σοφούς άνδρες στο Θεό, ο οποίος κατ' εξοχή έχει αγαπήσει την αλήθεια. Και μάντης μεν είναι ο θεός, και η μαντική τέχνη προλέγει το μέλλον, συμπεραίνοντας, αυτό, από τα προσόντα ή παρελθόντα. Γιατί κανένα πράγμα δεν υπάρχει δίχως αιτία και καμιά πρόγνωση δίχως λογική. Αλλά επειδή όσα γεγονότα έγιναν τα ακολουθούν όσα γίνονται, και όσα γίνονται τα ακολουθούν όσα θα γίνουν, και όλα συσχετίζονται και συναρτώνται σύμφωνα με μια διαδικασία, που τα τελειώνει σ' ένα τέλος, αφού τ’ άρχισε από μια αρχή. Και όποιος ξέρει να συνδέει φυσικά τις μεταξύ τους αιτίες, και να ευρίσκει τις μεταξύ τους συναρτήσεις, αυτός ξέρει και να προλέγει: «τα τωριvά και τα μελλούμενα κι όλα τα περασμένα». Και πολύ καλά ο Όμηρος έβαλε πρώτα το παρόν και μετά το μέλλον και το παρελθόν. Γιατί από το παρόν βγαίνει ο συλλογισμός σύμφωνα με τη δύναμη της εξάρτησης όπως «εάν είναι τούτο εκείνο προηγείται και πάλι εάν είναι τούτο εκείνο θα γίνει». Γιατί η τέχνη της διαλεκτικής λογικής, όπως ελέχθη είναι η γνώση της σύνδεσης της ακολουθίας με τις προηγούμενες προτάσεις και τις προτάσεις τις δίνει στο συλλογισμό η αίσθηση. Όθεν κι αν δεν είναι σπουδαίο, δε θα φοβηθώ να ειπώ, ότι τρίπους της αλήθειας είναι ο συλλογισμός ο οποίος βάζει ως βάση την ακολουθία του παρόντος σε σχέση με το προηγούμενο και μετά, παίρνοντας εκείνο το οποίο υπάρχει, εξάγει το συμπέρασμα της απόδειξης. O Πύθιος Απόλλων, λοιπόν, αν βέβαια, ευχαριστήται απο τη μουσική και από τα κελαηδήματα των κύκνων και από τας τύχας της κιθάρας, τι είναι αξιοθαύμαστο, αν από αγάπη στη διαλεκτική, παραδέχεται αυτό το μόριο του συλλογισμού και το αγαπά , αυτό το οποίο μάλιστα πολύ συχνά παρατηρεί, ότι το μεταχειρίζονται οι φιλόσοφοι; Αλλά o Ηρακλής, όταν δεν είχε λύσει ακόμα τον Προμηθέα και δεν είχε συζητήσει με τους γύρω από το Χείρωνα και τον Άτλαντα, τους σοφιστάς, μα τότε ήταν νέος και ολότελα Βοιωτός, και πολεμούσε τη διαλεκτική και περιγελούσε το «ει» στην αρχή, μετά ενομίσθη, ότι άρπαξε με τη βία τον τρίποδα και αγωνιζόταν κατά του θεού για τη διαλεκτική τέχνη, γιατί ταίριαζε στην ωριμότερη ηλικία, και αυτός φαίνεται ότι έγιvε ικανότατος και στη μαντική και σύγκαιρα στη διαλεκτική τέχνη.

7. Όταν ετελείωσε ο Θέων, ο Εύστροφος, ο Αθηναίος, νομίζω, ήταν εκείνος ο οποίος μας είπε: «Βλέπεις με πόσο ζήλο, ο Θέων υπερασπίζεται τη διαλεκτική και μονάχα λεοντή δε φόρεσε. «Έτσι και σεις, οι οποίοι όλα γενικώς πράγματα και ουσίες και αρχές θείων και ανθρωπίνων αναφέρετε, στον αριθμό και αυτόν πιστεύετε πρώτη και απόλυτη αιτία των ωραίων και κακών πραγμάτων, είναι συνετό να ησυχάζετε, αλλά πρέπει να προσφέρετε στο Θεό θυσίες, στο μήτε κατά τη δύναμη, και τη μορφή μήτε κατά τη σημασία θεό του ναού αυτού, τις απαρχές της αγαπημένης μας μαθηματικής επιστήμης, αν νομίζετε, ότι αυτό καθαυτό το Ε, διαφέρει από τα άλλα πράγματα, όμως έχει μεγίστη τιμή, γιατί η πεμπάς είναι σημείο αριθμού που έχει μεγάλη σημασία στο σύμπαν; αφού οι σοφοί και το αριθμώ το ονομάζουν πεμπάζω». Αυτά μας έλεγε ο Εύστροφος, όχι ως αστεία, αλλά επειδή τότε ησχολούμην με πάθος, με τα μαθηματικά και έμελλλον για όλα να έχω ίση εκτίμηση το «μηδέν άγαν» ως μαθητής της Ακαδημίας.

8. Είπα, λοιπόν, ότι ο Εύστροφος με τον αριθμό λύνει άριστα την απορία. «Γιατί, αφού κάθε αριθμός, είπα, διαιρείται σε άρτιο και περιττό η μονάδα είναι κοινή σε αμφότερους κατά τη δύναμη (γι' αυτό και όταν προστίθεται τον περιττό τον κάνει άρτιο και τον άρτιο περιττό) το δύο η αρχή του άρτιου και του περιττού, το τρία και το πέντε προκύπτει όταν οι δύο αυτοί αριθμοί συντίθεται μεταξύ τουs, και εύλογα ο αριθμός αυτός είναι εξαιρετική τιμή, γιατί πρώτος αυτός αποτελείται από πρώτους και έχει επονομασθεί γάμος για την ομοιότητα του άρτιου προς το θηλυκό και του περιττού προς το αρσενικό. Γιατί όταν οι αριθμοί διαιρούνται σε ίσα μέρη ο άρτιος ολότελα χωριζόμενος αφήνει στο μέσο του, κατά κάποιο τρόπο, κάποια αρχή και διάστημα δεκτικό, θα ελέγομεν, κάποιας παρεμβολής, αντίθετα στον περιττό, όταν διαιρεθεί, περισσεύει πάντα, μετά τη διαίρεση κάποιος μέσος όρος γόνιμος (περιττός), γι' αυτό είναι γονιμότερος από τον άλλο (ο περιττός) και όταν συντίθεται με τον άλλο (τον άρτιο) υπερτερεί πάντα, και το αντίθετο, δε συμβαίνει ποτέ. Γιατί από καμιά ανάμειξη άρτιου και περιττού δε γεννάται άρτιος, αλλά σε όλες τις αναμείξεις γεννάται περιττός. Κι ακόμη περισσότερο, καθένας από τους αριθμούς αυτούς, όταν προστεθεί ο ίδιος στον εαυτό του εμφανίζει φανερά τη διαφορά, γιατί ποτέ άρτιος κανείς όταν προστεθεί σε άρτιο δεν εγέννησε περιττό, ούτε και βγήκε από τη φύση του από αυτή ακριβώς την αδυναμία του να γεννήσει και να ολοκληρώσει άλλο. Αντίθετα περιττοί όταν προστεθούν σε περιττούς γεννούv πολλούς άρτιουs, γιατί πάντα αποτελούν το γόνιμο στοιχείο. Τις άλλες διαφορές και ιδιότητες των αριθμών, δεν είναι κατάλληλο το θέμα, για να τις εκθέσουμε λεπτομερειακά και επειδή το πέντε γίνεται πάντα από την ένωση του πρώτου αρσενικού αριθμού και του πρώτου θηλυκού, γι’ αυτό οι Πυθαγόρειοι το ονόμασαν γάμο. Μερικές φορές το 5 ονομάζεται και φύση, γιατί με τον πολλαπλασιασμό με τον εαυτό του, τελειώνει πάντα στον εαυτό του. Γιατί όπως η φύση, όταν πάρει στάρι ως σπορά και το διαλύσει, εκβλαστάνει πολλά σχήματα και είδη, με τα οποία οδηγεί το έργο της, στο τέλος, και ύστερα απ' όλα αυτά, αποδίνει στάρι και μετά από όλες τις μεταβολές φέρνει πάλι στάρι και ανέδειξε στο τέλος πάλι την αρχή. Έτσι ενώ οι άλλοι αριθμοί, όταν πολλαπλασιάζονται επί τον εαυτό τους, με τον πολλαπλασιασμό τελειώνουν σε άλλους αριθμούς, μόνο ο αριθμός 5 και ο 6 όταν πολλαπλασιάζονται επί τον εαυτό τους ξαναφέρνουν και διασώζουν τον εαυτό τους. Γιατί το τετράγωνο του έξι είναι τριανταέξι και το τετράγωνο του πέντε εικοσιπέντε. Και πάλι ο αριθμός έξι μονάχα μια φορά έχει την ιδιότητα και με ένα μόνο τρόπο να αναπαραχθεί όταν υψωθεί στο τετράγωνο, ενώ η πεμπάς έχει και αυτήν την ικανότητα κατά τον πολλαπλασιασμό, έχει όμως συμβεί, κι αυτό στο πέντε, όταν προστίθεται στον εαυτό του να γεννάει εκ περιτροπής, ή τον εαυτό του ή την δεκάδα, κι αυτό γίνεται επ’ άπειρον. Έτσι και ο αριθμός αυτός ακολουθεί την αιώνια αρχή διαφέρει από τα άλλα γράμματα, όμως έχει μέγιστη τιμή, που διευθύνει τα πάντα. Γιατί όπως αυτή με την αιώνια ύπαρξή της προφυλάσσει τον κόσμο, και με τον κόσμο πάλι αναδεικνύεται αυτή «και τα πάντα, λέγει ο Ηράκλειτος, μεταβάλλονται σε πυρ, και το πυρ πάλι μεταβάλλεται σε πάντα τα πράγματα του κόσμου, όπως μεταβάλλεται o χρυσός σε χρήματα και τα χρήματα σε χρυσό». Έτσι η ένωση της πεμπάδος με τον εαυτό της από τη φύση της δεν γεννά τίποτε ατελές ή αλλιώτικο, αλλά έχει καθορισμένες μεταβολές. Γιατί ή γεννά τον εαυτό της ή τη δεκάδα, δηλαδή ή τον αριθμό του είδους της ή τον τέλειο αριθμό.

9. Αν λοιπόν, ρωτήσει κανείς ποια σχέση έχουν αυτά με τον Απόλλωνα, θα του παρατηρήσουμε ότι όχι μόνο με τον Απόλλωνα έχουν σχέση, αλλά και με το Διόνυσο, ο οποίος μετέχει στο μαντείο των Δελφών, όχι λιγότερο από τον Απόλλωνα. Γιατί ακούομεν τους θεολόγους πότε στα ποιήματα τους και πότε στα πεζά να υμνούν το Θεό, ως αιώνιο και άφθαρτο από την ίδια του τη φύση, αλλά από κάποια σκόπιμη ειμαρμένη και λογική ανάγκη να καταφεύγει σε μεταμορφώσεις του εαυτού του, και άλλοτε άναψε όλη τη φύση σε πυρ και τα πάντα εξομοιώνει προς τα πάντα, κι άλλοτε γίνεται παντοειδής κατά τη μορφή και τις διαθέσεις και τις ικανότητες, όπως και τώρα, και ονομάζεται κόσμος, που είναι το πιο γνωστό από τα ονόματα. Αυτά τα αποκρύπτουν από τους πολλούς οι φιλόσοφοι και τη μεταβολή σε πυρ την ονομάζουν Απόλλωνα για ν' αποφύγουν τα πολλά ονόματα, και Φοίβο τον ονομάζουν για το καθαρό και αμίαντο φως του. Και τη μεταμόρφωση σε πνεύματα και νερό, και γη και άστρα και φυτά και ζώα, υπαινίσσονται σαν και ποιο διαχωρισμό και διαμελισμό του θεού. Και τον ονομάζουν Διόνυσο και Ζαγρέα και Νυκτέλιο και Ισοδαίτη, και κάποιες φθορές και καταστροφές, τους θανάτους και τις παλιγγενεσίες του θεού διηγούνται ως μυστήρια και μυθεύματα. Και ψάλλουν προς τιμή του Βάκχου διθυράμβους γιομάτους διηγήσεις παθών του Θεού και μεταβολών, και περιπετειών. Γιατί «ο κραυγαλέος διθύραμβος, λέγει ο Αισχύλος, πρέπει να συνοδεύσει το Διόνυσο». Και προς τιμή του Απόλλωνος ψάλλουν παιάνα, μούσα συγκρατημένη και φρόνιμη, και αυτόν πάντα αγέραστο κι αιώνια νέο, τον παριστάνουν στις γεωγραφίες και στις αγγειογραφίες και κείνον με ποικίλες όψεις και πολλαπλή μορφή. Και γενικά στον Απόλλωνα αποδίδουν ισότητα και τάξη και σοβαρότητα άκρα. Και στο Διόνυσο, αποδίδουν χωρατά και ύβρη, αναμειγμένη με σοβαρότητα και τρέλα και ανωμαλία, «Εύλον» που εξεγείρει τις γυναίκες σ' έκσταση προς τιμήν του Διόνυσου, επικαλούνται όχι ανεπιτυχώς αποσκοπώντας να δείξουν τη φύση καθεμιάς από τις μεταβολές των δύο θεών. Και επειδή ο χρόνος των περιοδικών μεταβολών δεν είναι ίσος, αλλά μεγαλύτερος ο ονομαζόμενος «κόρος» και μικρότερος ο ονομαζόμενος της «χρησμοσύνης», αυτή την αναλογία κρατούν εδώ, ολόκληρο το χρόνο ψάλλοντας τον παιάνα στις θυσίες, κι όταν αρχίσει ο χειμώνας καταπαύουν τον παιάνα και ξαναφέρνουν σε χρήση το διθύραμβο, και τρεις μήνες επικαλούνται το Διόνυσο αντί για τον Απόλλωνα, πιστεύοντας ότι ο χρόνος της εκπυρώσεως έχει αναλογία τρία προς ένα, προς το χρόνο της αποκαταστάσεως του κόσμου.

10. «Αλλά αυτά διευρύνθησαν σε μεγαλύτερη έκταση, απ' όση απαιτούν οι περιστάσεις. Αυτό όμως είναι φανερό, ότι οι θεολόγοι συναρτούν το Θεό Απόλλωνα με την πεμπάδα, με το να λέγουν, ότι άλλοτε αυτή γεννά εαυτήν όπως το πυρ, κι άλλοτε τη δεκάδα, όπως δηλαδή ο κόσμος. Και με τη μουσική όμως, που τόσο αρέσει στο θεό, νομίζομε ότι δεν έχει σχέση ο αριθμός πέντε; Γιατί το μεγαλύτερο έργο της αρμονίας, όπως μπορεί να πει κανείς, είναι να ασχολείται με ορθές συμφωνίες. Και ότι αυτές είναι, πέντε και όχι περισσότερες και η λογική αποδοκιμάζει όποιον θέλει να τις εύρει με τις αισθήσεις μόνο, στις χορδές και στων αυλών τις τρύπες, δίχως τη συνεργασία της λογικής. Γιατί όλες οι συμφωνίες γεννώνται ανάλογα με τους αριθμούς. Και o λόγος της συμφωνίας με τέσσερά ~(μεταξύ πρώτής και τέταρτης χορδής) είναι επίτριτος, της με πέντε ημιόλιος, και της διαπασών διπλάσιος, και της δια πασών και δια πέντε τριπλάσιος. Και τη συμφωνία την οποία προσθέτουν σ' αυτές οι αρμονικοί και την ονομάζουν δια πασών και δια τεσσάρων, δεν είναι ορθό να τη δεχώμεθα, γιατί βγαίνει έξω από τους μετρικούς κανόνες, και γιατί θυσιάζομε την άλογο αισθησιαχή ευχαρίστηση της ακοής στην αναλογία και στους κανόνες. Για να παραλείψω λοιπόν τις πέντε θέσεις των τετραχόρδων και τους πέντε πρώτους τόνους ή τρόπους ή αρμονίες, αν πρέπει να τους ονομάζουμε Έτσι, με των οποίων την ένταση ή την ύφεση, δεν προκύπτουν παρά μονάχα βαρύτητες και οξύτητές τους, άρα, λοιπόν, δεν είναι ασφαλές, ότι αν και υπάρχουν πολλά, ίσως άπειρα διαστήματα μεταξύ των τόνων, όμως τη μελωδία πέντε μονάχα χρησιμοποιούνται: η δίεση, το ημιτόνιο, ο τόνος ,το τριημιτόνιο και το δίτονο. Κανένα άλλο λοιπόν, δεν είναι δυνατό ν' αποδοθεί στη μελωδία, ούτε πιο μικρό, ούτε πιο μεγάλο διάστημα, τις φωνές που να καθορίζεται από την οξύτητα και τη βαρύτητα του τόνου;».

11. Φυσικά, πολλά άλλα τέτοια, προσέθεσα ο ως θα αφήσω κατά μέρος και θα σας παρουσιάσω τον, Πλάτωνα o οποίος λέγει οτι ένας κόσμος υπάρχει, εκτός αν υπάρχουν κι άλλοι και δεν είναι ο μόνος αυτός, και στην περίπτωση αυτή συνολικά υπάρχουν πέντε κόσμοι και όχι περισσότεροι. Μα κι αν ο κόσμος αυτός τον οποίο βλέπομεν, είναι μοναδικός, όπως πιστεύει ο Αριστοτέλης, κατά κάποιο τρόπο και αυτός από πέντε κόσμους έχει αποτελεστεί και συναρμολογηθεί. Από τους οποίους ο ένας είναι της γης, ο άλλος, ο κόσμος τον νερού, ο τρίτος του πυρός, ο τέταρτος του αέρος. Τον πέμπτο όλοι τον ονομάζουν ουρανό, άλλοι φως, άλλοι αιθέρα, κι άλλοι αυτό, ετούτο το ίδιο, δηλαδή πέμπτη, ουσία, στην οποία, από τη φύση, της είναι δεδομένο, να περιφέρεται, αυτή μονη απο τα σώματα, κυκλικά, όχι από ανάγκη, ούτε απο άλλο γεγονός. Γι αυτό και αφού κατενόησε τα πέντε και ωραιότατα και τελιώτατα σχήματα τα οποία υπάρχουν στη φύση, πυραμίδα και κύβο και οκτάεδρο και εικοσάεδρο και δωδεκάεδρο, σε καθένα κόσμο, απέδωσε όποιο σχήμα του ταιριάζει.

12. «Άλλοι φιλόσοφοι συσχετίζουν και τις πέντε αισθήσεις προς τις πρώτες εκείνες ουσίες, γιατί βλέπουν, ότι η αφή είναι σκληρή και γεώδης, και η γεύση από την υγρότητά της, αποκτά αντλήψη για τις ποιότητες των γευστών. Και ο αέρας αν προσκρούσει στο αυτί γίνεται φωνή και ήχος. Και από τις δυο υπόλοιπες η οσμή την οποία καθορίζει η όσφρηση, επειδή είναι αναθυμίασης και κατά συνέπεια γεννάται από τη θερμότητα, έχει τη φύση του πυρός. Και η όραση διαλάμπει από τον αιθέρα και από το φως επειδή είναι συγγενική προς αυτά και επειδή και τα δύο ομοιότροπα μας ερεθίζουν. Και άλλη αίσθηση ούτε ζώο έχει ούτε ο κόσμος, αλλά ουσίες απλές και όχι συντεθειμένες με άλλες. Αλλά, καθώς φαίνεται, έχει γίνει θαυμαστή διανομή και συνδυασμος των πέντε προς τα πέντε.

13. Εκείνη τη στιγμή, διέκοψα και ύστερα από λιγόλεπτη σιωπή προσέθεσα: «Ω Εύστροφε, τι έχομε πάθει και παραλιγάκι θα προσπερνούσαμε τον 'Ομηρο, ο οποίος είναι o πρώτος που διένειμε τον κόσμο σε πέντε μερίδες και τις τρεις μεσαίες μερίδες απένειμε στους τρεις θεούς, και τις δύο ακρινές, τον Όλυμπο και τη γη, από τις οποίες η μία είναι το τέρμα προς τα κάτω, και η άλλη το τέρμα προς τα απάνω, τις άφησε αδιανέμητες και κοινόχρηστες σε ολους τους Θεούς». «Αλλά ας συνεχίσουμε το λόγο μας, καθώς λέει ο Ευριπίδης. Δηλαδή όσοι ύμνησαν τον αριθμό τέσσερα, δε διδάσκουν, λαθεμένα, ότι κατά την αναλογία του αριθμού αυτού εγεννήθη κάθε σώμα. Γιατί κάθε στερεό σώμα έχει τρεις διαστάσεις, μάκρος και πλάτος και βάθος. Μπροστά στο μάκρος υπάρχει το σημείο το οποίο αντιστοιχεί με τη μονάδα στους αριθμούς. Το δε μάκρος που δεν έχει κανένα πλάτος, λέγεται γραμμή, και αυτή είναι το καθαυτό μάκρος. Και η κατά το πλάτος, κίνηση της γραμμής έχει προκαλέσει τη γέννηση της επιφάνειας, μέσα σε τριάδα, και αν στο μάκρος προστεθεί και το βάθος, η αύξηση προχωρεί σε στερεό σώμα, δια τεσσάρων στοιχείων. Απ' αυτό γίνεται πασίδηλο, ότι μέχρι εδώ τη φύση την προώθησε η τετράς να τελειώσει το σώμα και να το συγκροτήσει σε στερεό όγκο και αντιστεκόμενο στην πίεση, μετά την άφησε στερημένη από τη σοβαρότερη ιδιότητα. Γιατί κάθε ον άψυχο είναι σαν να είπομεν ορφανό, ατελές και ακατάλληλο για οποιαδήποτε κίνηση, αν δεν είναι ικανό να έχει ψυχή. Αλλά η κίνηση, η διάθεσή του που του εμβάλει την ψυχή είναι μεταβολή η οποία πραγματοποιείται κατά την αναλογία του αριθμού πέντε και αποδίδει στη λύση την τελειότητα, και o τελευταίος αυτός αριθμός είναι ανώτερος από τον αριθμό τέσσερα, σε βαθμό ανάλογο με την ανωτερότητα του ζώου από το άψυχο. Και ακόμα η συμμετρία και ικανότητα του πέντε, δεν άφησε το έμψυχο να προχωρήσει σε άπειρα γένη, αλλά καθόρισε πέντε είδη των ζώων. Δηλαδή υπάρχουν θεοί και δαίμονες και ήρωες και μετά το τέταρτο το γένος των ανθρώπων και πέμπτο και τελευταίο το γένος των θηρίων και των αλόγων ζώων. Κι ακόμα η ψυχή αυτή καθ' αυτήν σύμφωνα με την φυσική της διαίρεση, έχει πέντε ιδιότητες πρώτη και σκοτεινότατη, το θρεπτικό, μετά το επιθυμητικό, μετά απ' αυτά, το θυμοειδέs, κι αφού φτάσει στο πέμπτο το λογικό, και φτάσει να τελειοποιήσει τη φύση, σταματά στο πέμπτο, καθώς στην άκρη της τελειότητος.

14. Κι ενώ ο αριθμός πέντε έχει τόσες πολλές ικανότητες, αξιόλογη έχει τη γένεσή του, όχι αυτή που εξετάσαμε παραπάνω από τη δυάδα και από την τριάδα αποτελούμενη, αλλά αυτή που παρουσιάζει η αρχή των αριθμών ενωμένη με το πρώτο τετράγωνο. Γιατί αρχή κάθε αριθμού είναι η μονάδα, πρώτο τετράγωνο το τέσσερα από τους δύο αυτούς αριθμούς, τη πρώτη μορφή και ύλη ορισμένη γεννάται η πεμπάς. Κι αν σωστά κάποιοι θεωρούν και τη μονάδα τετράγωνο, είναι δύναμη εαυτογέννητη και τελειώνει, επίσης, στον εαυτό της, τότε ο αριθμός πέντε αφού γεννάται από την ένωση των δύο πρώτων τετραγώνων, δεν είναι δυνατό, λοιπόν, η πεμπάς να έχει ευγενέστερη γένεση.

15. Το μεγαλύτερο είναι ότι φοβούμαι μήπως στενοχωρηθεί ο Πλάτων, κατά τον τρόπο που εκείνος έλεγε ότι εστενοχωρείτο ο Αναξαγόρας, με το άκουσμα της λέξης σελήνη γιατί χρησιμοποιούμε μια παμπάλαια γνώμη για το φωτισμό της ως δική του. Μήπως δεν ενθυμείσθε, ότι αυτά τα είπε ο Πλάτων στον Κρατύλο;» «Μάλιστα», απάντησε ο Εύστροφος, «μα δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει αυτό με όσα λέγεις;» Και όμως γνωρίζεις, ότι στο σύγγραμμά του, το επιγραφόμενο: «Σοφιστή», αποδεικνύει ότι οι κυριότερες αρχές είναι πέντε το ον, το αμετάβλητο, το ον το μετα6αλλόμενο σε άλλο, και τέταρτη και πέμπτη αρχή την κίνηση και τη στάση. Άλλο τρόπο διακρίσεως χρησιμοποιεί το σύγγραμμα του ο Φλήβος, και λέγει ότι μία αρχή είναι το άπειρο, δεύτερη το πεπερασμένο και από τη σύνθεση των δύο αυτών δημιουργείται η τρίτη, δηλαδή η γένεση και την αιτία αυτής της ενώσεως δέχεται ως τέταρτη αρχή και αφήνει σε μας να καταλάβουμε, την Πέμπτη αρχή από την οποία τα πάντα χωρίζονται και διαλύονται. Πάντως, νομίζω, ότι αυτά υποστηρίζονται σαν να είναι εικόνες της πρώτης διαιρέσεως δηλαδή του μεν όντως εικόνα είναι το γινόμενο, της κινήσεως εικόνα είναι το απείρον, το πεπερασμένο είναι εικόνα της στάσης, και του αμετάβλητου όντος εικόνα η αιτία που συνθέτει τις αρχές του όντος του μεταβλητού σε άλλο, εικόνα είναι η αρχή του χωρισμού και της διάλυσης, Όμως και άλλα αν είναι αυτά, πάλι και με τον πρώτο τρόπο και με το δεύτερο πέντε είναι τα είδη και των αρχών και των διαφορών. Και επειδή έμαθε αυτά ένας φιλόσοφος ή επειδή ξέρει τη διαίρεση αυτή πριν από τον Πλάτωνα είναι δυνατό, απ' αυτή, να καθιέρωσε στον Απόλλωνα τα δύο Ε, σήμα και σύμβολο του αριθμού όλων των όντων. Αλλά ίσως αντελήφθη, ότι και το αγαθό εμφανίζεται αποτελούμενο από πέντε είδη, από τα οποία το πρώτο είναι η μετριοπάθεια, δεύτερο η συμμετρία, τρίτο ο νους, τέταρτο οι τέχνες, οι επιστήμες και oι αληθινές γνώμες που πηγάζουν απο τήν ψυχή, και πέμπτο η άλυπη ηδονή, και τελειώνει εδώ αφού πρόσθεσε και το γνωστό ορφικό: Στην έκτη τη γενιά πάψτε το τραγούδι σας.

16. «Εξόν από όσα είπα θα προσθέσω και μία λέξη για το Νίκανδρο, και τους γύρω του. 'Οταν την έκτη μέρα κάθε καινούργιου μήνα οδηγείτε την Πυθία στο πρυτανείο, ένας από τους τρεις κλήρους γίνεται ο πρώτος σας, και τα πέντε μέλη, αφού ρίξει εκείνη τους τρεις κλήρους, κι αυτός τους δύο. Γιατί έτσι δε γίνεται; Και ο Νίκανδρος είπε: έτσι η αιτία όμως για τους άλλους πρέπει να παραμένει μυστική. Τότε χαμογέλασα εγώ και είπα: ώσπου να μας επιτρέψει o θεός να μάθουμε την αλήθεια; θα προστεθεί κι αυτό σε κείνα που λέγονται υπέρ του αριθμού πέντε. Τέτοιο τέλος, είχε, όσο ενθυμούμαι εγώ και ο έπαινος για τις αριθμητικές και μαθηματικές ιδιοτητες του Ε».

17. Και ο Αμμώνιος επειδή και αυτος πολύ σοβαρό μέρος της φιλοσοφίας το εστήριζε στα μαθημητικά, από τη συζήτηση αυτή ευχαριστήθη πολύ και είπε: «Δεν είναι πρέπον να αντείπωμεν σοβαρά στη συζήτηση αυτή με τους νέους, πλην οτι καθένας από τους αριθμούς και σε μας, αν θελήσουμε, ημπορεί να μας δώσει αφορμή, να κάνουμε τον πιο μεγάλο ύμνο και έπαινο του. Και ποιά είναι η ανάγκη να κάνουμε λογο για άλλους αριθμούς; Γιατί ο ιερός αριθμός του Aπόλλωνος ο επτά θα χρειαστεί περισσότερο από μια μέρα, για να αραδιάσουμε όλες του τις ιδιότητες. Εκτός απ' αυτό θα αποκαλύψουμε ότι οι σοφοί πολεμούσαν τον κοίνο νόμο και την πείρα της «αρχαιότητας», αν βγάζαν στο την προεδρία τον αριθμό επτά και καθιέρωναν στο θεό, τον αριθμό πέντε ως περιόσότερο ταιριαγμένο. Ούτε αριθμό λοιπόν, ούτε τάξη, ούτε σύνδεσμο, ούτε κάποιο άλλο ελλείπον μόριο λέξης, πιστεύω οτι σημαίνει το Ε. Αλλά είναι αυτοτελής προσαγόρευση και προσφώνηση τον θεού, το οποίο, αμέσως με τη λέξη αυτή, εμφανίζει όποιον ομιλεί, γνώστην της δύναμης του Απόλλωνος, Δηλαδή, ο Θεός, όταν πλησιάζει εδώ, κατά κάποιο τρόπο, χαιρετώντας καθένα από μας, τον προσαγορεύει με το «Γνώθι σαυτόν», το οποίον δεν είναι καθόλου κατώτερο από το χαίρε. Κι εμείς πάλι απαντώντας στο θεό «ΕΙ» λέγομεν, ανταποδίδοντας στο θεό τον χαιρετισμό με αληθή, ψευδή και μόνη προσαγόρευση ταιριαγμένη σ' αυτον, ότι πραγματικά υπάρχει».

18. «Γιατί πραγματικά, εμείς καθόλου δε μετέχομε της ύπαρξης, αλλά ολόκληρη η θνητή φύση περιορισμένη ανάμεσα στη γένεση και στη φθορά, είναι απατηλή και παρέχει για την ουσία της, μόνο αμυδρή και αβέβαια ιδέα, και αν εκτείνεις την προσοχή σου και θελήσεις να την συλλάβεις με την νόηση, τότε όπως η σφοδρή πίεση τον νερού κάνει να χύνεται περισσότερο και να χάνεται η ποσότητα που είναι μέσα στα χέρια μας, το ίδιο παθαίνει και ο νους όταν επιζητεί τη σαφή κατανόηση κάθε οντος που παθαίνει μεταβολές και αποπλανάται παρακαλουθώντας είτε τη γένεσή του είτε τη φθορά του κι απ' αυτό δεν μπορεί να συλλάβει κανένα το οποίο πάντα μένει αμετάβλητο, κανένα όντως ον. «Γιατί δεν είναι δυνατό να μπει κανείς δυο φορές στον ίδιο ποταμο», κατά τον Ηράκλειτο, και τη θνητή ουσία, επίσης δεν μπορεί να την συλλάβει στην ίδια κατάσταση, αλλά με τη μεγάλη ταχύτητα της αλλαγής «σε μια μονη στιγμή σκορπίζει τα μέρη της και σε μια στιγμή τα συνενώνει», και μάλιστα ούτε ξανά ούτε ύστερα αλλά ταυτόχρονα και γεννάται και φθείρεται και υπροσέρχεται και απέρχεται». 'Οθεν, ούτε εις το είναι τελειώνει πλήρως η θνητή φύση, ώστε να υπάρχει αληθώς, επειδή ποτέ δεν παύει και δε σταματά τη γένεση, αλλά από το σπέρμα του με διαδοχικές μεταβολές το κάνει έμβρυο, μετά βρέφος, μετά παιδί, μετά μειράκιον, μετά νεανίαν, άντρα, πρεσβύτη, γέροντα, φθείροντας τις πρώτες γενέσεις και ηλικίες μ' αυτές που γίνονται ύστερα.Αλλά εμείς είμεθα γελοίοι που φοβούμεθα ένα θάνατο ενώ έχομε κιόλας αποθάνει και αποθνήσκομεν τόσες φορές. Γιατί όχι μόνο όπως έλεγε ο Ηράκλειτος «o θάνατος του πυρός είναι γένεση του αέρα και ο θάνατος του αέρα γένεση του νερού». Αλλά ακόμα σαφέστερα διαπιστώνομεν αυτό σ' εμάς τους ίδιους, διότι φθείρεται μεν ο άντρας που βρίσκεται στην ακμή της ηλικίας του όταν αρχίζει μια άλλη ηλικία του, η γεροντική, ο νέος εφθάρει ενώ άρχιζε o άντρας, και το παιδί εφθάρει όταν άρχιζε ο νέος, και το νήπιο εφθάρει όταν όρκιζε το παιδί και ο χθεσινός άνθρωπος απέθανε για τον σημερινό κι ο σημερινός αποθνήσκει για τον αυριανό, και κανείς δεν είναι πάντα ο ίδιος και ένας αλλά γινόμαστε πολλοί γιατί η όλη περιστρέφεται και διολισθαίνει γύρω σ' ένα ομοίωμα και έναν κoιvό τόπο. Γιατί αν μέναμε πάντα οι ίδιοι τότε πώς χαιρόμεθα για άλλα τώρα και για τα άλλα πριν και πώς αγαπώμεν και μισούμε και θαυμάζομε και ψέγομε διαδοχικά τα πιο αντίθετα πράγματα; Και πως χρησιμοποιούμε άλλα λόγια και πάσχομε άλλα πάθη και πώς δεν έχομε την ίδια μορφή και την ίδια νοοτροπία πάντα; Γιατί ούτε λογικό είναι να παθαίνομε αυτή τη διαφορά, ούτε αν κανείς μεταβάλλεται είναι πάντα o ίδιος και αν δεν είναι ο ίδιος, τότε δεν έχει αληθινή ύπαρξη αλλά μεταβάλλεται και γίνεται άλλος από άλλον. Αλλά η αίσθησή μας, αγνοώντας απατάται και θεωρεί ότι είναι ον το φαινόμενο».

19. «Ποιό είναι λοιπόν το όντως ον; Το αιώνιο και αγέννητο και άφθαρτο στο οποίο κανείς χρόνος δεν επιφέρει καμιά μεταβολή, γιατί ο χρόνος είναι κάτι που κινείται και το συλλαμβάνει κανείς συνδεμένο μονάχα με την κινούμενη ύλη, κάτι αείρρουν και αεικίνητο, όπως ένα αγγείο εντός του οποίου πραγματοποιείται η φθορά και η γένεση. Και οι διάφορες λέξεις, με τις οποίες αναφέρεται το μετά και το πριv και το τώρα, ομολογούν από μόνες τους οτι ο χρόνος δεν έχει αληθινή ύπαρξη. Γιατί είναι μωρό να λέγει κανείς ότι υπάρχει κάτι το οποίο δεν έχει γίνει υπαρξη ή έχει πάψη κιόλας να είναι ύπαρξη. Κι εκείνο το «παρόν» και το «αυτή τη στιγμή» και το «τώρα» που τα λέμε για να στηρίζουμε το νόημα του χρόνου, αυτά τα καταστρέφει ολότελα ο ίδιος μας ο λόγος, κατά τη διαδοχική αναφορά των λέξεων. Γιατί αυτο το τώρα, αν θέλουμε να το εξετάσουμε, χάνεται χωριζόμενο αναγκαία καθώς μια στιγμή στο παρελθόν και στο μέλλον. Κι αν τα αυτά με το μετρούντα χρόνο έχουν συμβεί στη μετρούμενη φύση, τίποτα απ' αυτή δεν είναι αμετάβλητο, τίποτα δεν είναι υπαρκτό, αλλά όλα είναι ένα συνεχές γίγνεσθαι και μία συνεχής φθορά στη συνάρτησή τους με το χρόνο. Λοιπόν δεν είναι σωστό να λέγεται για το ον, ότι είναι ή θα είναι. Γιατί αυτές οι κινήσεις και οι μεταβάσεις και οι μεταλλάξεις δε μπορούν ν' αποδοθούν σε κάτι που πράγματι υπήρχε.

20. Αλλά υπάρχει αληθινά θεός και υπάρχει χωρίς να έχει συνάρτηση με το χρόνο αλλά με την αιωνιότητα η οποία είναι ακίνητη, άχρονη και αμετάβλητη κι από την οποία δεν υπάρχει τίποτα πριν, τίποτα ύστερα, ούτε μέλλον, ούτε παρελθόν, ούτε γεροντότερο ούτε νεότερο, αλλά είναι μία και με ένα μόνο τώρα, γεμίζει την αιώνια ύπαρξή της. Και μόνο ότι συναρτάμε μαζί της είναι το όντως ον και δεν ημπορούμε να είπωμε γι' αυτό, ούτε ότι υπήρξε, ούτε ότι θα υπάρξει, ούτε ότι έχει αρχή και τέλος της υπάρξεώς του. 'Ετσι λοιπόν, επειδή τον σεβόμεθα το θεό, πρέπει να τον χαιρετούμε και να τον προσαγορεύουμε όπως και κάποιοι από τους παλαιούς με το «είσαι ένα». Γιατί το θείο δεν είναι σύνθετο σαν εμάς που αποτελούμεθα από απείρους και ποικίλας διαθέσεις και είμεθα δηλαδή παντοειδές άθροισμα και από πολλά ανακατεμένο, ωσάν το ανακάτεμα των πανηγυριών. Αλλά ένα είναι ακριβώς το ον καθώς ακριβώς το ον, είναι το ένα, και η αλλιώτικη ύπαρξη του ίδιου, επειδή διαφέρει από το ον τείνει εις την γένεση του μη όντος. Γί αυτο πολύ σωστά είναι για τον θεό αυτό, και το πρώτο και το δεύτερο και το τρίτο όνομα του. Δηλαδή Απόλλων λέγεται γιατί κατά κάποιο τρόπο αντιστέκεται στην πολλαπλότητα και αρνείται το πλήθος, Ίηιος, γιατί είναι ένας και μόνος, Φοίβος γιατί έτσι οι αρχαίοι ονόμαζαν κάθε καθαρό και αγνό, όπως και σήμερα νομίζω, νομίζω ότι οι Θεσσαλοί λέγουν, ότι οι ιερείς των, «Φοιβονομούνται», όταν κατά τις αποφράδες μέρες ζουν ξεμοναχιασμένοι στα κελιά τους έξω από τους ναούς. Και το ένα είναι ειλικρινές και καθαρό γιατί με τη μείξη το προς άλλο μολύνεται, ώσπου και o 'Ομηρος λέει ότι το φίλντισι όταν βάφεται κόκκινo «μολύνεται» και οι βαφείς ονομάζουν φθορά την ανάμειξη των χρωμάτων ή λένε ότι τα χρώματα διαφθείρονται, λοιπόν το ένα μόνο και το αιώνια αμιγές ταιριάζει στο άφθαρτο και στο καθαρό».

21. «Κι εκείνους που ταυτίζουν τον Απόλλωνα με τον ήλιο, πρέπει να τους σεβώμεθα και να τους αγαπούμε για τη γλωσσική τους ευσέβεια, γιατί την ιδέα τους για το θεό εφαρμόζουν σε κείνο που απ' όλα όσα ξεύρουν κι επιθυμούν σέβονται υπέρτατα. Επειδή όμως ονειροπολούν το θεό σαν το ωραιότερο όνειρό τους, ας τους σηκώσουμε τώρα κι ας τους προτρέψουμε να εξαρθούν και να ιδούν την ύπαρξή του και τη ουσία του υψηλότερα, και να τιμούν και τον ήλιο σαν εικόνα του και να σέβονται τη γονιμότητά της, όσο μπορεί να το κάνει αυτό ένα ον αισθητό για ένα ον νοητό, ένα ον μεταβαλλόμενο για ένα ον αμετάβλητο, γιατί η εικόνα αυτή μας παρουσιάζει λάμποντας τα φαινόμενα της καλοσύνης και της μακαριότητας του υπέρτατου όντος. Και να θεωρεί ασέβειες και να μη δίνει σημασία σε όσα λένε, για τις εξόδους του από τη θεότητα και τις μεταβολές, οι οποίες τα θέλγουν καθώς λέγεται, και ότι βγάζει πυρ και ότι πιέζει τον εαυτό του και μεταμορφώνεται σε γη και θάλασσα και ανέμους και ζώα. Αλλιώτικα ο θεός θα είναι ασημαντικότερος από το παιδί που περιγράφει ο ποιητής, αν το παιχνίδι που παίζει για ψυχαγωγία του και χαράζει εικόνες στην άμμο και τις αλλάζει, αν λέγουμε, το ίδιο παιχνίδι παίζει κι ο θεός στο σύμπαν κι άλλοτε δημιουργεί τον κοσμο ο οποίος δεν υπήρχε και άλλοτε δημιουργημένον τον καταστρέφει. Αντίθετα όμως όσο μέρος του κόσμου έχει δημιουργηθεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αυτό κάνει συνεκτικώτερη την ουσία του κόσμου και συγκρατεί την αδυναμία των σωμάτων, που διαρκώς φθείρονται. Και νομίζω ότι η λέξη «ΕΙ» που λέγομε στο θεό, αποκρούει κρατερά τη γνώμη αυτή και μαρτυρεί ότι ο θεός δε βγαίνει ποτέ από την υπόστασή του και ποτέ δε μεταβάλλεται, και μάλλον σε κάποιον άλλο θεό η καλύτερα σε κάποιο δαίμονα ταιριάζει να κάνει και να παθαίνει τις μεταβολές αυτές και στον οποίο έχει ταχθεί η αποστολή να δεσπόζει στην ατελείωτη γένεση και φθορά της φύσεως, όπως γίνεται φανερό από τα ονόματα τα οποία κατά κάποιο τρόπο είναι αντίθετα μεταξύ τους και υποδηλώνουν και αντίθετες ιδιότητες. Δηλαδή ο δικός μας λέγεται Απόλλων, ο άλλος Πλούτων για το πλήθος, ο πρώτος Δήλιος, ο δεύτερος Αϊδωνεύς, ο ένας Φοίβος, ο άλλος Σκότιος, το έναν συντροφεύουν οι Μούσες και η Μνημοσύνη, τον άλλο η Λήθη και η Σιωπή.
Κι ο ένας Θεώριος λέγεται και Φαναίος κι ο δεύτερος: «Της νύκτας της τρισκόταδης κυρίαρχος και του αράγιστου ύπνου».

Ανακεφαλαίωση

Εδώ το κείμενο του Πλούταρχου τελειώνει. Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι για το Ε δόθηκαν οι εξής ερμηνείες:

Το είχαν αφιερώσει οι πέντε σοφοί για να αποδείξουν ότι είναι πέντε και όχι εφτά. Το Ε αριθμητικώς σημαίνει 5.

Το Ε, που είναι δεύτερο στη σειρά των φωνηέντων συμβολίζει, τον Ήλιο ο οποίος κατέχει τη δεύτερη θέση μεταξύ των πλανητών, ο δε Απόλλων ταυτίζεται με τον Ήλιο. Υποτίθεται λοιπόν ότι το Ε συμβολίζει τον Θεό των Δελφών.

Σύμβολο της αριθμητικής είναι το Ε. Το 2 είναι ο πρώτος άρτιος αριθμός, το 3 ο πρώτος περιττός. Το άρθοισμά τους 2+3 είναι 5 δηλαδή το Ε.

Είναι σύμβολο της μουσικής. Πέντε είναι οι τρόποι ή τόνοι της μουσικής: η θέση, το ημιτόνιο, ο τόνος, το τριημιτόνιο, ο δίτονος. Όλα τα άλλα είναι δcαβαθμίσεις οξύτητας ή βαρύτητας των 5 αυτών τόνων. Αυτούς τους 5 τόνους συμβολίζει το Ε.

Κατά τον Πλάτωνα και Αριστοτέλη, ο κόσμος είναι ένας, έχει όμως συναρμολογηθεί από 5 διαφορετικούς κόσμους, που είναι: γη, νερό, φωτιά, αέρας και ουρανός. Αυτούς τους 5 κόσμους συμβολίζει το Ε.

Συνδέει το Ε με τον αριθμό των πέντε αισθήσεων.

Το Ε συμβολίζει τη γεωμετρία: Το 1 είναι ο πρώτος αριθμός, το 4 είναι το μικρότερο τετράγωνο που υπάρχει. 1+4= 5 άρα Ε.

Το Ε συμβολίζει τα 5 μέρη του κόσμου, που είναι, κατά τον Όμηρο: Θεοί, δαίμονες, ήρωες, άνθρωποι και θηρία.

Το Ε συμβολίζει τα 5 μέρη του αγαθού, που είναι τα εξής: το μέτριο, το σύμμετρο, ο νους, οι κατά την ψυχή επιστήμες και τέχνες, και η άλυπη ηδονή.

Όλοι οι προσκυνητές του Μαντείου, που ζητούσαν χρησμό, άρχιζαν την προσευχή τους με το υποθετικό μόριο, «ει», εάν. Αν θα νικήσουν, αν θα ταξιδέψουν κλπ. Ώστε το Ε είναι το πρώτο γράμμα της προσευχής και παράκλησης που έκαναν στον Απόλλωνα.

Τα ζώα γνωρίζουν ότι είναι ημέρα και ότι υπάρχει φως. «ΕΙ ημέρα, φως εστί». Άρα το Ε συμβολίζει τη λογική και την ικανότητα του συλλογίζεσθε.

Το Ε είναι σύμβολο της μαντικής. Ο μάντης γνωρίζει «τα τ' έοντα, τα τ' εσόμενα», σκέπτεται δε ως εξής: «ει τοδε εστί, τοδε γενήσεται». Άρα το Ε, πάντα ως αρχικό του υποθετικού «ει» υπενθυμίζει τον τρόπο, με τον οποίο σκέπτεται ο μάντης.

Τελευταίος μίλησε ο φιλόσοφος της σχολής των Αθηνών Αμμώνιος, που ήταν και δάσκαλος του Πλούταρχου. H άποψή του είναι πολύ βαρυσήμαντη. Το Ε είναι η τέλεια προσαγόρευση και προσφώνηση προς το θεό. Ο κάθε προσκυνητής, ο οποίος έρχεται στο Μαντείο, γίνεται δεκτός από το θεό, με τη φράση «γνώθι σ’ αυτόν», αντί του «χαίρε». Και ο προσκυνητής απαντάει: «ει» δηλαδή είσαι ή «συ ει ο θεός» αλλά συνάμα και «συ ει εν», δηλαδή συ είσαι ο ένας, ο μοναδικός θεός.



Σημείωση: Ο Πλούταρχος σαν πρωθιερέας στο ναό του Απόλλωνα και μυημένος στα μυστήρια γνώριζε την σημασία του Ε. Τον εμπόδιζε όμως ο όρκος της σιωπής και έτσι βρήκε έναν έμμεσο τρόπο για να δώσει τη σωστή ερμηνεία. Στην άνω πραγματεία του δίδει πολλές ερμηνείες, που όλες σχετίζονται με τον αριθμό 5. Πράγμα που δείχνει ότι ο Πλούταρχος είναι ποτισμένος με την μυστικοπάθεια των αριθμών. Άλλα και κάτι άλλο. Παραθέτοντας ερμηνείες διαφόρων συγκαλύπτει την δική του άποψη και αποδεσμεύεται από τον όρκο της σιγής. Αντί λοιπόν ο Πλούταρχος να πει την ορθή άποψη βάζει τα λόγια του στο στόμα του δασκάλου του Αμμώνιου. Αυτός μας δίνει την σωστή απάντηση. Το Ε είναι η τέλεια προσφώνηση και προσαγόρευση προς τον θεό.



Στοιχεία από το βιβλίο «Το εν Δελφοίς Ε» του Γ.Σιέττου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ιχνηλάτης

Ιχνηλάτης
Ακολουθώντας τα χαμένα ίχνη......