Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Αναζητώντας τον έλληνα Νεάντερταλ

Στην Καλαμπάκα το αρχαιότερο τεχνικό έργο
Το αρχαιότερο τεχνικό έργο της Ελλάδας, πιθανόν μάλιστα και του κόσμου, βρίσκεται στο σπήλαιο της Θεόπετρας στην Καλαμπάκα και μετρά 23.000 έτη. Πρόκειται για ένα πέτρινο τείχος που είχε κατασκευαστεί στην είσοδο του σπηλαίου περιορίζοντας έτσι το άνοιγμά της κατά τα 2/3. Η κατασκευή αυτή _ λιθοσωρός για την ακρίβεια _ μελετήθηκε και χρονολογήθηκε με τη μέθοδο της οπτικής φωταύγειας στο εργαστήριο αρχαιομετρίας του κέντρου «Δημόκριτος», από όπου χθες παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα. Η ηλικία μάλιστα συμπίπτει απόλυτα με την ψυχρότερη περίοδο της τελευταίας παγετώδους εποχής υποδηλώνοντας ότι οι παλαιολιθικοί οικιστές του σπηλαίου είχαν κατασκευάσει αυτό το τείχος στην είσοδό του προκειμένου να προστατευθούν από το δριμύ ψύχος της εποχής.

Υπολείμματα φωτιάς, εργαλεία από πυριτόλιθο και χαλαζία, πρώιμα κοσμήματα από δόντια ελαφιού, λίθινα εργαλεία και κεραμική έχουν έρθει στο φως στο προϊστορικό σπήλαιο της Θεόπετρας κατά τις ανασκαφές που διεξάγει εδώ και 25 χρόνια η δρ Νίνα Κυπαρίσση-Αποστολίκα, έφορος Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας Νοτίου Ελλάδος του ΥΠΠΟ. Οι ανθρώπινοι σκελετοί που έχουν βρεθεί είναι ελάχιστοι. Αντιθέτως, πολλά είναι τα οστά ζώων από όλες τις περιόδους χρήσης του σπηλαίου.

Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελούν και τα ευρήματα της μεσολιθικής εποχής, που σχετίζονται με την κεραμική και την καλλιέργεια. Είναι καρποί (κριθάρι, σιτάρι, φακή) τόσο σε άγρια (παλαιολιθική εποχή) όσο και σε καλλιεργημένη μορφή, αποδεικνύοντας ότι οι άνθρωποι εκείνοι είχαν ανακαλύψει μόνοι τους την καλλιέργεια, η οποία ήρθε ως αποτέλεσμα προσπαθειών χιλιετιών και ίσως όχι από τη μετάδοση εμπειριών λόγω των μετακινήσεων πληθυσμών από τη Μέση Ανατολή.

Το σπήλαιο της Θεόπετρας αποτελείται από μία κύρια αίθουσα 24 Χ 30 μέτρων με μικρές κόγχες στην περιφέρεια, ενώ η είσοδός του είναι αψιδωτή. Ο σχηματισμός του τοποθετείται στην ανώτερη κρητιδική περίοδο, δηλαδή 137 ως 65 εκατομμύρια χρόνια πίσω. Ουδείς γνώριζε πάντως τη σημασία του ως τη στιγμή που άρχισε η ανασκαφή, οπότε και σταμάτησε να χρησιμοποιείται για τον σταβλισμό ζώων. «Είναι η μόνη προϊστορική θέση του ελληνικού χώρου με ακολουθία επιχώσεων από την ανώτερη και μέση παλαιολιθική εποχή, τη μεσολιθική και τη νεολιθική, γεγονός που αποδεικνύει τη συνέχεια του πολιτισμού στον ελλαδικό χώρο πολύ πριν από τη νεολιθική εποχή» λέει η ανασκαφέας, τονίζοντας τη σημασία του σπηλαίου για ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο. Σήμερα εξάλλου το σπήλαιο είναι επισκέψιμο για το κοινό.

Η χρονολόγηση πραγματοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα του κ. Ν. Ζαχαριά, επίκουρου καθηγητή του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, και του δρ. Ι. Μπασιάκου, διευθυντή Ερευνών του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος».

Αναζητώντας τον έλληνα Νεάντερταλ

Ανθρώπινα αποτυπώματα, πιθανότατα τεσσάρων παιδιών _ το ένα γυμνό και τα άλλα καλυμμένα _, έχουν αποκαλυφθεί στα βαθύτερα στρώματα του σπηλαίου, όπου τα κατάλοιπα φωτιάς χρονολογήθηκαν με τη μέθοδο του Ανθρακα 14 περίπου στο 45000 π.Χ. Τα αποτυπώματα είναι στη σειρά, το ένα πίσω από το άλλο, και η μελέτη τους μπορεί να οδηγήσει στην αναζήτηση της ύπαρξης του προγενέστερου ανθρώπινου τύπου, και συγκεκριμένα του Homo Sapiens Νeanderthalensis. Να σημειωθεί ότι η παρουσία αυτού του ανθρώπου στην Ευρώπη τοποθετείται πριν από 40.000 χρόνια, χρονολογία που ταιριάζει με τις ηλικίες της Θεόπετρας. Ειναι η εποχή πάντως κατά κατά την οποία έγινε η μετάβαση στον σύγχρονο τύπο ανθρώπου, τον Homo Sapiens Sapiens. Σε περίπτωση λοιπόν που αποκαλυφθεί στη Θεόπετρα ένας ανθρώπινος σκελετός που να αντιστοιχεί σε αυτές τις ηλικίες, τότε μπορεί να επιβεβαιωθεί αν εκείνη την εποχή υπήρχε ή όχι ο άνθρωπος Neanderthal και στον ελλαδικό χώρο.

Πηγή: tovima.gr

Άραγε, πόσα στοιχεία της ιστορίας μας αληθεύουν και ισχύουν πραγματικά;

Πόσο γνωστή/άγνωστη είναι η ιστορία μας και πόσο παλιά χάνεται, στα βάθη των αιώνων;

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Γνωστικισμός

Γνωστικισμός: Αρχαίος και Σύγχρονος


Περίληψη

Ο Γνωστικισμός είναι μια φιλοσοφική και θρησκευτική κίνηση που άρχισε στους προ-Χριστιανικούς χρόνους. Ο όρος προέρχεται από την Ελληνική λέξη γνώση. Οι Γνωστικοί υποστήριζαν πως έχουν κρυφές γνώσεις για το Θεό, την ανθρωπότητα και το υπόλοιπο σύμπαν του οποίου ο κύριος πληθυσμός ήταν αδαής. Έγινε ένα από τα τρία κύρια θρησκευτικά συστήματα στον 1ο Χριστιανικό αιώνα, και είχε διακριθεί για:

Τις νέες πίστεις για τους Θεούς, τη Βίβλο και τον κόσμο που διέφερε από αυτούς άλλων Χριστιανικών ομάδων.
Την επιείκεια για διαφορετικές θρησκευτικές πίστεις μέσα και έξω από το Γνωστικισμό
Την έλλειψη διακρίσεων κατά των γυναικών.

Η κίνηση και το έντυπο υλικό της ουσιαστικά εξαλείφθηκαν με το τέλος του 5ου αιώνα CE από κυνηγούς αιρέσεων κυρίως από τον Χριστιανισμό. Οι πίστεις του περνούν σχεδόν μια αναγέννηση σε όλο τον κόσμο. Η αντικοινωνική κίνηση και κάποιοι άλλοι Χριστιανοί ιερείς διέσπειραν πολλές ψεύτικες πληροφορίες για την κίνηση (10,11,12)

Ιστορία

Ο Γνωστικισμός αποτελούνταν από πολλά συγκρητικά συστήματα πίστης που συνένωναν στοιχεία παρμένα από Ασιατικές, Βαβυλωνιακές, Αιγυπτιακές, Ελληνικές και Συριακές παγανιστικές θρησκείες, από την αστρολογία, και από τον Ιουδαϊσμό και το Χριστιανισμό. Αποτελούσαν το ένα από τα κύρια κλαδιά του πρώιμου Χριστιανισμού: τα άλλα δύο ήταν:

* Τα υπολείμματα από την Ιουδαϊκή Χριστιανική σέκτα που δημιουργήθηκε από τους μαθητές του Ιησού και
* Οι εκκλησίες που ξεκίνησαν από τον Αγ. Παύλο, που τελικά μεγάλωσαν και εξελίχθηκαν στον "βασικό" Χριστιανισμό με το τέλος του τρίτου αιώνα.

Κατά το δεύτερο αιώνα CE, πολλές Χριστιανικές - Γνωστικές σέκτες δημιουργήθηκαν μέσα στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα ανατολικά της Μεσογείου. Κάποιοι Γνωστικιστές εργάζονταν μέσα στον Ιουδαϊκό Χριστιανισμό και τις βασικές Χριστιανικές ομάδες, και επηρέασαν βαθιά τις πίστεις τους από μέσα. Άλλοι ίδρυσαν ξεχωριστές κοινότητες. Άλλοι ήταν ερημίτες θεραπευτές.

Όσο ο βασικός Χριστιανισμός μεγάλωνε σε δύναμη και οργάνωση, οι Γνωστικές σέκτες έφταναν σε αυξανόμενη πίεση και καταδίωξη. Σχεδόν εξαφανίστηκαν τον 6ο αιώνα. Η μοναδική ομάδα που επέζησε στους σύγχρονους καιρούς είναι η σέκτα Mandaean στο Ιράκ και το Ιράν. Αυτή η ομάδα έχει περίπου 15,000 μέλη (μία πηγή αναφέρει 1,500 μέλη), και μπορεί να εντοπιστεί η ιστορία της πίσω στην αυθεντική Γνωστικιστική κίνηση.
Πολλές νέες ανερχόμενες θρησκείες στη Δύση υιοθέτησαν αρχαίες Γνωστικιστικές πίστεις και έθιμα.

Πηγές για τις αρχαίες Γνωστικιστικές πληροφορίες

Μέχρι πρόσφατα, μόνο μερικά τμήματα της Γνωστικιστικής λογοτεχνίας ήταν γνωστό ότι υπήρχαν. Αυτά συμπεριλάμβαναν τον Ποιμένα των ανθρώπων, τον Ασκληπιό, Codex Askewianus, Codex Brucianus, Gospel of Mary, Secret Gospel of John, Odes of Solomon και Hymn of the Pearl. Η γνώση γι' αυτή την κίνηση τεκμηριώθηκε κυρίως από εκτεταμένες επιθέσεις που έγιναν κατά του Γνωστικισμού από Χριστιανούς αιρεσιολόγους (συγγραφείς κατά των αιρέσεων) του δευτέρου και των αρχών του τρίτου αιώνα. Αυτές συμπεριλάμβαναν Irenaeus (Ειρηναίος (130? - 200? CE), Clement of Alexandria (Κλήμης της Αλεξανδρείας) (145? - 213?), Tertullian (Τερτυλλιανός) (160? - 225?) and Hippolytus (Ιππόλυτος) (170? - 236). Δυστυχώς, οι κυνηγοί αιρέσεων δεν ήταν συνήθως ακριβείς ή αντικειμενικοί στην ανάλυση τους για το Γνωστικισμό.

Το 1945, ο Mohammed Ali es_Samman, ένας οδηγός καμηλών από το El Qasr της Αιγύπτου, πήγε μαζί με τον αδερφό του σε ένα απότομο βράχο κοντά στο Nag Hummadi, ένα χωριό στη νότια Αίγυπτο. Έψαχναν για γη πλούσια σε νιτρικό εστέρα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για λίπασμα. Βρήκαν ένα μεγάλο βάζο από πηλό που ήταν θαμμένο στο έδαφος. Ήταν αναποφάσιστοι για το αν θα το ανοίξουν. Φοβόταν ότι μπορεί να περιείχε ένα κακό πνεύμα· αλλά περίμεναν επίσης ότι μπορεί να περιέχει χρυσό ή άλλο υλικό μεγάλης αξίας. Φαίνεται ότι η δεύτερη εικασία τους ήταν πιο κοντά στην αλήθεια: το βάζο περιείχε μια βιβλιοθήκη των Γνωστικιστικών υλικών αμέτρητης αξίας. Διατηρήθηκαν 13 τόμοι, που αποτελούνται από 51 διαφορετικά έργα σε 1153 σελίδες. Οι 6 ήταν αντιγραφές εργασιών που ήταν ήδη γνωστές· 6 άλλες ήταν διπλές μέσα στη βιβλιοθήκη, και 42 ήταν καινούριες, άγνωστες εργασίες. Εμπεριέχονταν τα The Gospel of Thomas, Gospel of Truth, Treatise on the Resurrection, Gospel of Philip, Wisdom of Jesus Christ, Revelation of James, Letter of Peter to Philip, On the Origin of the World και άλλα συγγράμματα. Από αυτά, το Gospel of Thomas (Ευαγγέλιο του Θωμά) θεωρείται το πιο σημαντικό. Ήταν μια συλλογή από τα λεγόμενα του Ιησού που είχαν καταγραφεί πολύ νωρίς στη Χριστιανική εποχή. Ένας μεταγενέστερος Γνωστικιστής συγγραφέας έγραψε το Ευαγγέλιο. Κάποιοι φιλελεύθεροι θεολόγοι το αξιολόγησαν σαν ισάξιο σε σημασία με τα 4 Ευαγγέλια των Χριστιανικών ιερών εγγράφων.

Τα αυθεντικά γράφτηκαν στην Ελληνική γλώσσα κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου αιώνα CE. Τα αντίγραφα του Nag Hummadi μεταφράστηκαν στην Κοπτική γλώσσα κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα CE, και προφανώς θάφτηκαν περίπου στο 365 CE. Κάποια Γνωστικιστικά κείμενα δεν ήταν μη-Χριστιανικά· άλλα ήταν σίγουρα μη-Χριστιανικά αλλά είχαν ενταγμένα Χριστιανικά στοιχεία· άλλα ήταν εξ ολοκλήρου Χριστιανικά κείμενα. Κάποια ανακυκλωμένα χαρτιά χρησιμοποιήθηκαν για να ενισχύσουν τους δερμάτινους συνδέσμους των βιβλίων. Βρέθηκε ότι είχαν γράμματα με ημερομηνία και επιχειρησιακά έγγραφα από τα μέσα του 4ου αιώνα. Τα βιβλία μπορεί να κρύφτηκαν για να διατηρηθούν ασφαλή κατά τη διάρκεια της θρησκευτικής εκκαθάρισης.

Τα κείμενα πέρασαν από τα χέρια πολλών μεσαζόντων, και τελικά συγκεντρώθηκαν και αποθηκεύτηκαν στο Κοπτικό Μουσείο του Καΐρου. Η έκδοση καθυστέρησε από την κρίση του Σουέζ, τον Άραβο-Ισραηλινό πόλεμο του 1967, και από ασήμαντες διαμάχες μεταξύ των μελετητών. Το πιο σημαντικό βιβλίο, το Gospel of Thomas, τελικά μεταφράστηκε στα Αγγλικά προς το τέλος της δεκαετίας του '60· τα υπόλοιπα βιβλία μεταφράστηκαν κατά τη διάρκεια των επόμενων δέκα χρόνων. Με πολλούς τρόπους, αυτά τα ευρήματα αποκαλύπτουν περισσότερα για την πρώιμη ιστορία του Χριστιανισμού απ' ότι κάνουν τα "Χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας"

Δοξασίες

Τα ευρήματα του Nag Hummadi αποκάλυψαν ότι υπήρχε μια μεγάλη κλίμακα μεταξύ των διαφόρων ανεξάρτητων Γνωστικιστικών συστημάτων ή σχολών. Παρόλα αυτά, τα παρακάτω σημεία πιστεύεται ότι είναι γενικά ορθά στην κίνηση:

Ο Ρόλος τους: Πίστευαν ότι μόνο αυτοί καταλάβαιναν πραγματικά το μήνυμα του Χριστού, και ότι τα άλλα ρεύματα σκέψης μέσα στο Χριστιανισμό εξήγησαν λαθεμένα την αποστολή και τα λεγόμενα του Ιησού.

Γνώση: Η γνώση γι' αυτούς δεν ήταν μια διανοητική άσκηση· δεν ήταν μια παθητική κατανόηση κάποιων απόψεων περί πνευματικότητας. Αντίθετα, η γνώση είχε μια λυτρωτική και απελευθερωτική λειτουργία που βοηθούσε το άτομο να ξεφύγει από την εξάρτηση του από τον κόσμο.

Θεότητα: Ο Υπέρτατος Πατέρας Θεός ή ο Υπέρτατος Θεός της Αλήθειας είναι απόμακρος από τις ανθρώπινες υποθέσεις· δεν γνωρίζει και δεν αντιλαμβάνεται τις ανθρώπινες αισθήσεις. Αυτός / Αυτή δημιούργησε μια σειρά από υπερφυσικά αλλά πεπερασμένα όντα που λέγονταν Aeons. Ένα από αυτά ήταν η Σοφία, μια παρθένα, που διαδοχικά γέννησε έναν, νοητικά, κατώτερο Δημιουργό - Θεό, επίσης γνωστό σαν Δημιουργό. Αυτός ο κατώτερος Θεός δημιούργησε τη γη και τις μορφές ζωής. Αυτός είναι ο Θεός των Εβραϊκών κειμένων (Παλαιά Διαθήκη), μια θεότητα που εικονίζονταν βασικά σαν κακός, ζηλιάρης, αυστηρός, στερημένος από συμπόνια και προδιαθετειμένος στη γενοκτονία. Ο Δημιουργός "πιστεύει ότι είναι ανώτερος. Η υπερηφάνεια και η ανικανότητα είχαν σαν αποτέλεσμα την αξιοθρήνητη κατάσταση του κόσμου όπως τη γνωρίζουμε, και την τυφλή και αδαή κατάσταση των περισσότερων του ανθρώπινου είδους."

Δυϊσμός του πνεύματος και του σώματος: Το πνεύμα έχει θεϊκή και αληθινή προέλευση· το σώμα είναι έμφυτα γήινο και κακό. Οι Γνωστικιστές ήταν αντίθετοι με τον φυσικό κόσμο, την ύλη και το ανθρώπινο σώμα. Αλλά πίστευαν ότι η παγίδα σε ανθρώπινο σώμα ήταν οι σπίθες της θεότητας ή σπόροι φωτός που προέρχονταν στην ανθρωπότητα από τη Σοφία.

Σωτηρία: Ένα άτομο κερδίζει την σωτηρία μαθαίνοντας μυστικές γνώσεις των πνευματικών τους αποσταγμάτων: μια θεϊκή σπίθα φωτός ή πνεύματος. Μετά είχαν την ευκαιρία να ξεφύγουν από τη φυλακή των σωμάτων τους στο θάνατο. Η ψυχή τους μπορεί να ανέβει για να ξαναενωθεί με τον Ανώτατο Θεό τη στιγμή του θανάτου τους. Οι Γνωστικοί χώριζαν την ανθρωπότητα σε τρεις κατηγορίες:

Την πνευματική, που θα σωζόταν ανεξάρτητα από την συμπεριφορά τους στη γη
Την ψυχική, που θα σωζόταν αν ακολουθούσαν το μονοπάτι του Γνωστικισμού
Την κοσμική που ήταν χωρίς καμία ελπίδα χαμένοι.

Κακό: Δεν έβλεπαν τον κόσμο σαν να είχε δημιουργηθεί τέλεια και μετά να εκφυλιζόταν εξαιτίας του αμαρτήματος του Αδάμ και της Εύας. Αντίθετα έβλεπαν τον κόσμο σαν να ήταν κακός στις αρχές του, αφού τον δημιούργησε ένας κατώτερος Θεός.

Το σύμβολο του φιδιού: Κάποιες Γνωστικιστικές σέκτας σέβονταν το φίδι. Δεν έβλεπαν το φίδι σαν εκείνο που παρέσυρε το πρώτο ζευγάρι στην αμαρτία. Αντίθετα, το έβλεπαν σαν απελευθερωτή που έφερε στον Αδάμ και την Εύα τη γνώση πείθοντας τους να φάνε από το Δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού και έτσι να γίνουν κανονικοί άνθρωποι.

Χριστός: Η διαμάχη για το ρόλο του λυτρωτή στην Γνωστικιστική πίστη είναι μεγάλη αυτή την εποχή. Οι Γνωστικοί φαίνεται να βλέπουν το Χριστό σαν αποκαλυπτή ή απελευθερωτή, παρά σαν σωτήρα ή δικαστή. Ο σκοπός του ήταν να διαδώσει τη γνώση που θα απελευθέρωνε τους ανθρώπους από τον έλεγχο του Δημιουργού και θα τους επέτρεπε να επιστρέψουν στο πνευματικό τους σπίτι με τον Κατώτερο Θεό στο θάνατο. Κάποιες ομάδες Γνωστικών προώθησαν τον Docetism (Δοκητισμό), την πίστη ότι ο Χριστός ήταν αγνό πνεύμα και είχε μόνο ένα φανταστικό σώμα, ο Ιησούς εμφανιζόταν στους οπαδούς του σαν άνθρωπος. Δικαιολογούσαν ότι ένας αληθινός απεσταλμένος από τον Ανώτερο Θεό δεν θα μπορούσε να νικηθεί από το κακό του κόσμου, και δεν θα υπέφερε και θα πέθαινε. Αυτές οι δοξασίες θεωρήθηκαν αιρετικές από τους βασικούς Χριστιανούς. Κάποιοι Γνωστικοί πίστευαν ότι η ανάσταση του Χριστού έγινε πριν ή με το θάνατο του Ιησού στο σταυρό. Όρισαν την ανάσταση σαν να έγινε όταν το πνεύμα του ελευθερώθηκε από το σώμα του. Πολλοί Γνωστικοί πίστευαν ότι ο Ιησούς είχε και άντρες και γυναίκές μαθητές.

Το Σύμπαν: Αυτό χωρίζεται σε τρία βασίλεια:

1. Ο "γήινος Κόσμος". Η γη είναι το κέντρο του σύμπαντος, και συντάσσεται από τον κόσμο που γνωρίζουμε και ένα υπόκοσμο. Περιβάλλεται από αέρα και από 7 ομοαξονικές ουράνιες σφαίρες: μία για το καθένα, Φεγγάρι, Αφροδίτη, Ερμής, Ήλιος, Άρης, Δίας και Κρόνος. (Αν και ο πλανήτης Ουρανός είναι ορατός με γυμνό μάτι, δεν αναγνωρίζονταν σαν πλανήτης στους αρχαίους χρόνους.) Πέρα από τον Κρόνο υπάρχει ο Leviathan, ένα φίδι κουλουριασμένο σε ένα κύκλο, που δαγκώνει την ουρά του. Σ' αυτές τις σφαίρες ζουν δαιμονικές, τυραννικές οντότητες που ονομάζονται Archons. Πάνω απ' αυτές υπάρχει ο Παράδεισος που περιέχει το "Δέντρο της Ζωής", το "Δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού", και το φλεγόμενο σπαθί της Γέννησης 3:24. Πέρα από τον Παράδεισο ήταν η σφαίρα των ακίνητων αστεριών, που χωρίζονταν στα 12 σύμβολα των ζωδίων.
2. Το "Ενδιάμεσο Βασίλειο" αποτελείται από ένα εσωτερικό μπλε κύκλο σκότους και ένα εξωτερικό κίτρινο δαχτυλίδι φωτός. Μέσα σ' αυτά τα δαχτυλίδια υπάρχει μια σφαίρα που είναι το βασίλειο της Σοφίας.
3. Το "Βασίλειο του Θεού" έχει δύο σφαίρες: μια εξωτερική του ακατάληπτου Ανώτερου Θεού, και ένα εσωτερικό δαχτυλίδι του Υιού.

Έθιμα

Λίγα πράγματα είναι γνωστά για τις ιεροτελεστίες, την οργανωτική δομή και τα έθιμα των αρχαίων Γνωστικών. Σχεδόν όλα τα Γνωστικιστικά κείμενα καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια διαφόρων εκστρατειών για την εξαφάνιση της κίνησης. Αν και κάποια από τα θρησκευτικά τους συγγράμματα διατηρήθηκαν, υπάρχουν λίγες πληροφορίες για το πώς οι ομάδες λειτουργούσαν. Θρησκευτικοί ιστορικοί πιστεύουν ότι:
Πολλοί Γνωστικοί ήταν πιθανόν μοναχοί θεραπευτές. Άλλοι ήταν μέλη του βασικού Χριστιανικού εκκλησιάσματος, που πιθανόν δημιουργούσαν μια κλίκα μέσα σε κάθε εκκλησία.
Δεν υπήρχε ομοφωνία σε "ένα κανόνα της γνωστικιστικής βίβλου." Πολλά βιβλία κυκλοφόρησαν σε διαφορετικές εκδόσεις, διάφορα σχολεία εντός της κίνησης είχαν την δική τους προνομιούχα έκδοση.
Πολλά Γνωστικιστικά κείμενα γράφτηκαν από (ή αποδόθηκαν σε) γυναίκες. Η Μαρία η Μαγδαληνή έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο σε πολλά Γνωστικιστικά κείμενα, αφού πολύ συχνά ήταν μόλις δεύτερη μετά τον Ιησού στη θέση. Χρησιμοποιούσαν τόσο γυναικείες όσο και αντρικές απεικονίσεις για τον Ανώτερο Θεό. Θεολόγοι υποθέτουν ότι είναι πιθανόν να θεωρούσαν τις γυναίκες ίσες με τους άντρες (ή σχεδόν ίσες) στις κοινωνίες τους.
Κάποιες ομάδες έχυναν μία ουσία πάνω στο κεφάλι ενός μέλους όταν είχε πεθάνει ή πέθαινε, και απάγγελναν συγκεκριμένα ιερά λόγια. Αυτό γινόταν για να βοηθήσει την ψυχή του ανθρώπου να αναρριχηθεί μέσα από τους επικίνδυνους θεούς Archons προς τον Ανώτερο Θεό.
Κάποιες Γνωστικιστικές ομάδες είχαν μια τελετουργία στην οποία τα νέα μέλη βαπτίζονταν λέγοντας: "Στο όνομα του Πατέρα αγνώστου σε όλους, στην Αλήθεια, Μητέρα όλων, στον ένα που ήρθε προς τα κάτω, επί του Ιησού, στην ένωση, την απολύτρωση και την θεία κοινωνία των δυνάμεων."
Η σεξουαλική έκφραση φαίνεται ότι εξαφανίστηκε σε κάποιες Γνωστικιστικές ομάδες, τα μέλη αναμενόταν να απέχουν. Σε άλλους, φαίνεται να υπήρχε μια τελετουργία για τη μαγεία του σεξ.

Αρχαίοι Γνωστικοί Αρχηγοί

Simon Magus (Σίμων ο Μάγος): Ήταν ένας απ' τους πρώτους Γνωστικούς. Ήταν ειδικευμένος στις τέχνες της μαγείας. Ερμήνευσε τον Κήπο της Εδέμ, την έξοδο από την Αίγυπτο και την διάσχιση της Ερυθράς θάλασσας σαν αλληγορίες.

Marcion (Μαρκίων): (85-169 CE) Οργάνωσε μια σειρά Γνωστικιστικών συναθροίσεων στην ανατολική Μεσόγειο που διατηρήθηκαν στον 3ο αιώνα CE. Έγραψε ένα βιβλίο το Αντιθέσεις που του επέφερε αφορισμό από τους Χριστιανικούς αρχηγούς της Ρώμης. Απέρριψε το θεσμό του γάμου. Πίστευε ότι ο Δημιουργός κανόνισε τη δίωξη και τη σταύρωση του Ιησού. Αλλά ο θάνατος του Χριστού στο σταυρό ήταν μόνο μια ψευδαίσθηση, αφού ο Ιησούς δεν είχε φυσικό σώμα.

Valentinus (Βαλεντίνος): Γεννήθηκε στην Αίγυπτο, ταξίδεψε στη Ρώμη γύρω στο 140 CE και μετά πήγε στην Κύπρο. Ήταν εκείνος που ανακάλυψε ίσως το πιο μεγάλο και πιο σημαντικό σχολείο Γνωστικισμού που διατηρήθηκε μέχρι την εξαφάνιση του τον 4ο αιώνα CE. Δίδαξε ότι οι ομάδες των Aeons έφτιαχναν το "πλήρωμα (πληρότητα) του Υψηλού Θεού. Μια ομάδα, οι Ogoad ονομάζονται: Βάθος, Σιωπή, Διάνοια, Αλήθεια, Έκφραση, Ζωή, Άνθρωπος και Εκκλησία. Μια άλλη ομάδα ήταν οι Decad (10) και Dodecad (12). Η τελευταία από την Dodecad ήταν η Σοφία.

Carpocrates (Καρποκράτης): (140 CE περίπου), δίδαξε τη μετεμψύχωση. Ένα άτομο πρέπει να ζήσει πολλές ζωές και να προσροφήσει μια μεγάλη κλίμακα εμπειριών πριν να έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει στο Θεό. Εξασκούσαν την ελεύθερη σεξουαλικότητα. Πίστευαν ότι ο Ιησούς ήταν ο γιος του Ιωσήφ.

Αλληλεπίδραση μεταξύ Γνωστικισμού και πρώιμου βασικού Χριστιανισμού

Κάποιες Γνωστικιστικές δοξασίες και κάποιοι αρχηγοί μπορεί να φίλτραραν το βασικό Χριστιανισμό και να επηρέασαν τους συγγραφείς των Χριστιανικών ιερών κειμένων (Καινή Διαθήκη)

Κάποιοι θεολόγοι πιστεύουν ότι οι Carpocratian (Καρποκράτες) Γνωστικοί ήταν ο στόχος της επίθεσης του Ιούδα για "... συγκεκριμένους άντρες" που "μυστικά εισχώρησαν μεταξύ αυτών,". Το βιβλίο του Ιούδα, εδάφια 4-19, ασχολείται κυρίως με αυτούς.

Ο Simon Magus, ένας πρώιμος Γνωστικός, μπορεί να ήταν ο Πέτρος που αναφέρεται στις πράξεις 8:9-24. O Simon πίστευε στον Ιησού και βαπτίστηκε μια ομάδα άλλων πιστών. Αλλά κανένας δεν έλαβε το Άγιο Πνεύμα μέχρι που ο Πέτρος και ο Ιωάννης ακούμπησαν τα χέρια τους στους νέους προσήλυτους. Ο Simon ρώτησε για την εναπόθεση των χεριών των αποστόλων για ευλογία και ακόμη πρόσφερε χρήματα. Ο Πέτρος αρνήθηκε, επειδή η καρδιά του Simon δεν ακολουθούσε το Θεό.

Ο Ματθαίος 4:8-9 περιγράφει πως ο Σατανάς πήρε τον Ιησού σε ένα πολύ ψηλό βουνό και του προσέφερε όλα τα βασίλεια του κόσμου αν ο Ιησούς τον προσκυνούσε και τον λάτρευε. Αυτό το τμήμα ήταν πάντα δύσκολο να κατανοηθεί, επειδή συμπεραίνει ότι ο κόσμος ανήκε στο Σατανά και ήταν δικός του για να τον δώσει στο Χριστό. Αλλά το εδάφιο ταιριάζει απόλυτα με τη Γνωστικιστική δοξασία.

Παραπομπές

1. Joscelyn Godwin, "Mystery Religions of the Ancient World", (1981), P. 84
2. C.S. Clifton, "Encyclopeia of Heresies and Heretics", ABC-CLIO, Santa Barbara CA, (1992)
3. G. Filoramo, "A History of Gnosticism", Basil Blackwood Ltd, Oxford UK (1991)
4. R.W. Funk, et al, "The Five Gospels", Macmillan, New York, (1993)
5. I. Hexham, "Concise Dictionary of Religion", Downers Grove, IL, (1993), P. 92
6. Stuart Holroyd, "The Elements of Gnosticism", Shaftesbury, Dorset, UK, (1994)
7. H.A. Mather & L.A. Nichols, "Dictionary of Cults, Sects, Religions and the Occult", (1993), P. 111
8. E. Pagels, "The Gnostic Gospels", London (1980)
9. Kurt Rudolph, "Gnosis: The nature and History of Gnosticism", Harper, San Francisco, (1987)
10. An interpretation of ancient Gnosticism from a conservative Christian perspective by the Christian Research Institute is at: http://www.wherry.com/~gbisaga/CRJ0040A.html
11. The Gnostic Friends Network has a list of "Links to 23 Selected Anti-GnosticSites" at: http://www.enemies.com/visitor/badlinks.html
12. The Gnosis Site has an essay: "Sites that Slander Gnosticism" at: http://www.teleport.com/~jhjensen/gnosis/slander.htm

Συμβολισμός του Φιδιού

Ο συμβολισμός του φιδιού στήν Ελληνική λαϊκή τέχνη.
Τα μοτίβα που συναντάμε συχνά σε αντικείμενα λαϊκής τέχνης δεν είναι τυχαία. Έχουν αρχαία προέλευση, περιέχουν μια βαθιά σοφία και ένα συμβολικό περιεχόμενο που αξίζει τον κόπο να προσεγγίσουμε. Άλλωστε αφορά την φυλετική μας ταυτότητα.

Η κατάκτηση της δυτικής σκέψης από τον μαγικό κόσμο των συμβόλων, στοιχείων σύμφυτων των εξω-ευρωπαϊκών πολιτισμών, συντελείται κατά τον 19ο αι. με την εμφάνιση στο προσκήνιο της ιστορίας λαών της Ασίας, καθώς και νέων εξωτικών ή πρωτόγονων εθνοτήτων, όπως της Ωκεανίας και της Αφρικής.
Για πρώτη φορά οι λαοί, των οποίων η παρουσία στο παγκόσμιο ιστορικό γίγνεσθαι ήταν απλώς ενδεικτική, ετοιμάζονται ν’ ακολουθήσουν τα μεγάλα ρεύματα της παγκόσμιας ιστορίας, αναγκάζοντας την Ευρώπη να εγκαταλείψει την ορθολογιστική και εμπειρική της αυτάρκεια, να σκύψει με βαθύτερη κατανόηση στις δικές τους κλίμακες αξιών και ν’ αρχίσει «διάλογο» μαζί τους.
Η πραγματική όμως σύλληψη ή αντίληψη του συμβόλου ως ουσιαστικού και αυτόνομου στοιχείου της πνευματικής ζωής θα επιτευχθεί κατά τον 20ο αι. Η εθνολογία καθώς αναπτύχθηκε συνέβαλε στη σημασία που έχουν τα σύμβολα για την κατανόηση των αρχαϊκών πολιτισμών, αλλά και με την άνθηση της ψυχανάλυσης που καθιέρωσε ως λέξεις – κλειδιά τους όρους «εικόνα», «σύμβολο» και «συμβολισμός». 1
Η ερμηνεία των συμβόλων, παρ’ όλη την άνθηση που εμφανίζει κατά τις τελευταίες δεκαετίες, δεν έχει οργανωθεί σε επιστήμη με συμπεράσματα απόλυτα και αντικειμενικά. Η Συμβολική (όπως θα λέγαμε με μια λέξη αυτή την πρακτική) παραμένει στο επίπεδο του «προσωπικού» και του «υποκειμενικού», γι’ αυτό ένα σύμβολο πολλές φορές δέχεται διάφορες ερμηνείες.
Αν ήθελε κανείς να δώσει με λίγα λόγια τον ορισμό της λέξης «σύμβολο», θα έλεγε ότι αυτό είναι η προβολή του ιδεατού στον κόσμο του πραγματικού. 2

Αν ανατρέξει κανείς στην καταγωγή του συμβόλου, όπως αυτό εμφανίζεται στις δομές της ανθρώπινης κοινωνίας, θα βρεθεί μπροστά σ’ ένα αντικείμενο, π.χ. σ’ ένα κομμάτι ξύλο, που κομμένο στα δύο μοιράζεται ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, τα οποία πρόκειται ν’ αποχωριστούν, για να χρησιμεύσει ως σημείο αναγνώρισης όταν ξανασμίξουν. Η αμφίσημη αυτή έννοια του χωρισμού και της ένωσης αποτελεί τη βαθύτερη ουσία του καθαρού συμβόλου και το χαρακτηρίζει σ’ όλες του τις χρήσεις. Έτσι, στη θρησκεία, το σύμβολο διαχωρίζεται και ταυτόχρονα ταυτίζεται με την έννοια του θείου. Στην τέχνη διακρίνεται και συγχρόνως ενώνεται με το αντικείμενο που εικονίζει, ενώ στην ψυχανάλυση εισχωρεί στα έγκατα της ψυχής, για να διαχωρίσει και συγχρόνως να ενώσει τη συνείδηση με τις αόρατες διεργασίες του υποσυνειδήτου. 3
Το σύμβολο, όσο πιο βαθιά ρίχνει ρίζες στις δομές της ανθρώπινης κοινωνίας τόσο ευρύτερα γίνεται αποδεκτό και τόσο περισσότερο διατηρεί τον δυναμισμό του. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι διατηρεί αναλλοίωτο το αρχικό του σχήμα, ή την αρχική του έννοια σε όλες τις εποχές. Τα σύμβολα, ως ένυλες μορφές, αντίθετα προς τις ιδέες, που μένουν αιώνιες και άφθαρτες, υπόκεινται στον νόμο της παραλλαγής και της φθοράς. Έτσι μπορούν να αλλοιωθούν, ή να απωθηθούν στα βάθη του υποσυνειδήτου, ποτέ όμως να εξαφανισθούν.
Τα σύμβολα παραλλάζουν από εποχή σε εποχή και από ομάδα σε ομάδα. Μπορούν να εμφανίζονται με την πρωταρχική τους μορφή και με άλλη έννοια, προσαρμοζόμενα κάθε φορά στη συγκεκριμένη πραγματικότητα, που μέσα της λειτουργούν και την εκφράζουν. 4
Το σύμβολο, γέννημα της έμφυτης ανάγκης του ανθρώπου να κάνει συγκεκριμένα οπτικά τα νοήματά του και, βγαίνοντας από τα κλειστά όρια του «εγώ», να επικοινωνήσει με τον κόσμο που τον περιβάλλει, παίρνει ιδιαίτερες προεκτάσεις σε δύο από τις πνευματικότερες ανθρώπινες δημιουργίες, που είναι η θρησκεία και η τέχνη.


Το φίδι Στα σύμβολα της ελληνικής λαϊκής τέχνης συγκαταλέγεται και η αρχέτυπη έννοια και εικόνα του φιδιού. Πολλοί είναι οι συμβολισμοί, που η θρησκειολογία, η εθνολογία και η ψυχανάλυση έχουν αποδώσει σ’ αυτό το ψυχρό, μονοκόμματο κι ευκίνητο πλάσμα, που σέρνεται, συσπειρώνεται και απλώνεται, εξαφανίζεται και επανεμφανίζεται, αθόρυβο και επικίνδυνο, προαιώνιος εχθρός του ανθρώπου.
Για την κοσμογονία, φίδι και άνθρωπος είναι οι αντίποδες της δημιουργίας. Το πρώτο εμφανίζεται στην αρχή της.
Ο δεύτερος αποτελεί την τελευταία της πράξη. Έτσι φίδι και άνθρωπος είναι δύο αντίπαλα είδη.
Για τη Βίβλο, και στο ψυχολογικό επίπεδο, το φίδι ενσαρκώνει τη σκοτεινή πλευρά της ψυχής και την τυφλή ματαιοδοξία. Το θανάσιμο δάγκωμά του είναι η «αμαρτία» που τραυματίζει την ψυχή, ταράσσει την αρμονία της ψυχικής ζωής και οδηγεί στην απώλεια της παραδείσιας ευδαιμονίας. 5
Για την πρωτόγονη κοσμολογία το φίδι είναι η μήτρα της ίδιας της ζωής, ο υλικός αυτογονιμοποιούμενος θεός, που αργότερα εκτοπίζεται από το πνεύμα. Με τις κυκλικές κινήσεις του περισφίγγει τον κοσμικό άξονα και γίνεται στήριγμα του κόσμου, ενώ η αρχαϊκή εικονογραφία του «ουροβόρου όφεως», του «φαγονούρη», που βγαίνει από αυτήν την αντίληψη, ταυτίζεται με την αρχαϊκότερη imago mundi.

Για την αρχαϊκή θρησκευτική εμπειρία το φίδι, με τα ημικύκλια και τους κύκλους που διαγράφει με το σώμα του, με τις περιοδικές του εξαφανίσεις και εμφανίσεις και με την ανανέωση που του διασφαλίζει η αλλαγή του δέρματός του, συνδέθηκε με τις φάσεις της σελήνης. Σελήνη, magna mater, (ή μητέρα γη) και φίδι είναι τα τρία στοιχεία που συνθέτουν το σεληνιακό λατρευτικό σύστημα και που εκφράζουν τις δυνάμεις της γονιμότητας και της αθανασίας. Όλες οι θηλυκές γονιμικές θεότητες της μεσογειακής αρχαϊκής λατρείας, όπως η μινωική θεά των όφεων, η Αρκαδική Άρτεμις, η Περσεφόνη και η Εκάτη, εικονίζονται να κρατούν στα χέρια τους φίδια.
Ο κεντρικός αυτός συμβολισμός του γονιμοποιού στοιχείου εξηγεί τις με παγκόσμια απήχηση παραδόσεις περί συζεύξεως γυναίκας με φίδι, από την οποία σύζευξη γεννιούνται παιδιά «ξεχωριστά».
Σε τοτεμικές κοινωνίες το φίδι θεωρείται γενάρχης της πατριάς. Οι οφιονείς, αρχαία φυλή που κατοικούσε στην περιοχή των Βαρδουσίων ορέων της Αιτωλίας, ήσαν απόγονοι τοτεμικής πατριάς που καταγόταν από φίδι. 6
Την ίδια σημασία έχει το φίδι και για τον Οφισμό, μια από τις πολυάριθμες αιρέσεις των Γνωστικών, της οποίας οι οπαδοί (οι Οφίτες ή Οφιανοί) το λάτρευαν χρησιμοποιώντας το σε ευχαριστηριακές και μυητικές τελετές.
Από το γεγονός, ότι οι μεγάλες θεότητες της βλάστησης συνδέονται τόσο με τη σελήνη όσο και με τη γη, δηλαδή τόσο με την αναγέννηση όσο και με τον θάνατο (δεν υπάρχει αναγέννηση χωρίς θάνατο), το φίδι ως σεληνιακό σύμβολο γίνεται και σύμβολο του θανάτου, ενσαρκώνοντας τις ψυχές των νεκρών. Για τον αρχαιοελληνικό κόσμο είναι και σύμβολο της ιατρικής, της γνώσης και της μαντικής και συνδέεται με τη λατρεία του Ασκληπιού, του Διόνυσου, του Απόλλωνα και της Αθηνάς. 7 8

Όμως ο πιο σπουδαίος αρχαιοελληνικός συμβολισμός του φιδιού, που επέζησε και στις νεοελληνικές παραδόσεις, προέρχεται από τη σύνδεσή του με τη λατρεία του Δία, ο οποίος, με τα επίθετα Έρκειος, Κτήσιος και Μειλίχιος, λατρευόταν σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, ως Ζεύς-Πατήρ, προστάτης του σπιτιού, και εικονιζόταν με τη μορφή του φιδιού σε διάφορα μνημεία, κυρίως σε βωμούς της σπιτικής λατρείας. Αλλά και οι δίδυμοι γιοι του Δία, οι Διόσκουροι, αποδεδειγμένες θεότητες σπιτικές, συνδέονταν με το φίδι, αφού τα βασικά τους σύμβολα, τα «δόκανα» και οι αμφορείς, εικονίζονταν μαζί με παραστάσεις φιδιών.
Ένας άλλος σπιτικός θεός, με μορφή φιδιού, ήταν ο Αγαθός Δαίμων, που το όνομά του βρέθηκε σκαλισμένο σ’ έναν από τους βωμούς των σπιτιών της Θήρας, και συνηθισμένη σ’ αυτόν σπονδή ήταν λίγες σταγόνες άκρατου κρασιού, που έχυναν στο πάτωμα, στο τέλος του καθημερινού φαγητού.

Φορτισμένο με τόσους και τέτοιους συμβολισμούς, το φίδι και η ιερότητά του επιζούν στις νεοελληνικές παραδόσεις και τις μαγικές πρακτικές του ελληνικού λαού, όπου συχνά η παρουσία του αγγίζει τα όρια της οφιολατρείας. Η πιo διαδεδομένη μορφή είναι η πανελλήνια λατρεία του σπιτικού φιδιού, επιβίωση του Κτησίου Δία. Όπως εκείνος, έτσι και το φίδι του νεοελληνικού σπιτιού είναι ο φύλακάς του, το καλόγνωμο στοιχειό, μνήμη του Μειλιχίου Δία, στο οποίο γίνονται ειδικές προσφορές, απευθύνονται φιλικοί χαιρετισμοί και απαγορεύεται να το σκοτώσουν. 9

Η ελληνική λαϊκή τέχνη, αποκρυστάλλωμα μακραίωνης καλλιτεχνικής επεξεργασίας, κλείνοντας μέσα της υποσυνείδητες μνήμες πανάρχαιων πολιτισμών, όπου η τέχνη λειτουργούσε κυρίως ως έκφραση μιας μαγικής θεώρησης του κόσμου, διατηρεί στα έργα της πλήθος από συμβολικά θέματα, που, ακόμη και όταν η χρήση και η επανάληψη τα έχουν αδειάσει από το μυστικό τους νόημα, διατηρούν αναμφισβήτητα τη μεταφυσική καταγωγή τους. 10

Τέτοια θέματα γίνονται ιδιαίτερα αντιληπτά σε δύο σπουδαίους κλάδους της ελληνικής λαϊκής τέχνης, τη γλυπτική και την κεντητική, και ακόμη ειδικότερα σε έργα που συνδέονται άμεσα με κρίσιμες στιγμές της λαϊκής ζωής ή με στοιχεία και αντικείμενα, που σχετίζονται με μαγικολατρευτικές δοξασίες.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 . Mircea Eliade, Images et sympols, ed. Gallimard, 1980, σ. 9-12

2 . Ιω. Θεοδωρακόπουλος, Εισαγωγή στον Πλάτωνα, Αθήνα 1947, σ. 9-12

3 . Jean Chevalier – Alain Gheerbrant, Dictionnaire des Symboles, ed. Robert Laffont, 1969, σ.VIII

4 . Καρλ Γιούνγκ, Ο άνθρωπος και τα σύμβολά του, εκδ. Αρσενίδη, σ. 30

5 . Paul Diel, Le symbolisme dans la Bible, ed. Payot, 1975, σ. 164-165.

6 . Μαρία Παττίχη, Επιστροφή, Κωστάριτσα (Διχώρι) ορεινής Δωρίδας, Αθήνα 1990, σ. 20-22.

7 . Περισσότερα για τους ποικίλους συμβολισμούς του φιδιού βλ. Dictionnaire des Symboles, σ. 867-879. Mircea Eliade, Traite d’histoire des religions, σ. 146-152 και Raymond Humbert, Le symbolisme dans l’art populaire, Παρίσι 1988, σ. 66.

8 . Μια χαρακτηριστική ερμηνεία του τρίπτυχου φίδι – δράκοντας – Μέδουσα δίνει και ο Schure αναλύοντας τις παραστάσεις αυτές στο έργο του Ντα Βίντσι. Βλ. Edouard Schure, Οι προφήτες της Αναγέννησης, μετάφρ. Μίνας Ζωγράφου – Μεραναίου, Αθήνα 1956, σ. 97.

9 . Από την πλούσια βιβλιογραφία με πληροφορίες για το φίδι-καλό στοιχειό του σπιτιού αναφέρουμε ενδεικτικά: Δημ. Οικονομίδης, Ναξιακαί Παραδόσεις, «Λαογραφία», τόμ. ΙΖ΄ / 1957-1958, σ. 65.

10 . Για τον συμβολισμό στη λαϊκή τέχνη βλ. και Raymond Humbert, Le symbolisme dans l’art populaire, Paris 1988.

Περί του Ε

Περί του Ε εις τους Δελφούς

Πλούταρχος

Ο Πλούταρχος, που ήταν και αρχιερέας του Απόλλωνα έγραψε στα «Ηθικά» του μία ολόκληρη πραγματεία για τον αποσυμβολισμό του ΕΙ. Ο Πλούταρχος μας λέει στην αρχή του πονήματός του ότι έγινε διάλογος στους Δελφούς με θέμα συζήτησης «περί του Ε εις τους Δελφούς». Στο διάλογο συμμετείχαν οι:
-Αμμώνιος
-Λαμπρίας
-Θέων
-Εύστροφος
-Νίκανδρος και
-Πλούταρχος
Το κείμενο του Πλούταρχου έχει περίπου ως εξής:

3. Συγκεκριμένως ο Λαμπρίας, αδελφός του Πλούταρχου είπε τα εξής: Λένε οτι οι περίφημοι σοφοί, που μερικοί τους ονόμαζαν και σοφιστές, ήταν πέντε: ο Χίλων, ο Θαλής, ο Σόλων, ο Βίας και ο Πιττακός. 'Οταν ομως, o Κλεύβουλος, ο τύραννος των Λινδίων κι αργότερα ο Περίανδρος της Κορίνθου, που δεν είχαν καμιά αρετή και σοφία, αλλά κατάκτησαν τη φήμη με τη δύναμή τους, με τους φίλους τους και τις ευεργεσίες τους, έχωσαν το όνομά τους με εκείνα των σοφών και γέμιζαν την Ελλάδα με αξιώματα και αποφθέγματα, όμοια με εκείνα που έλεγαν οι πέντε σοφοί, τότε φαίνεται, ότι οι πέντε σοφοί άντρες, αν και αγανάκτησαν, δε θέλησαν να αποστραφούν την αλαζονεία τους ούτε να συγκρουστούν με πολύ ισχυρούς ανθρώπους. Συγκεντρώθηκαν στους Δελφούς κι αφού συζήτησαν μεταξύ τους και ανάθεσαν αυτό το γράμμα το οποίο είναι πέμπτο στην τάξη των γραμμάτων και ως αριθμός το πέντε σημαίνει, και συνάμα διαμαρτυρήθηκαν στο θεό ότι είναι πέντε και δεν αποδέχονται ούτε τον έκτο ούτε τον έβδομο γιατί δεν έχουν καμία σχέση μ' αυτούς. Το ότι αυτά δε λέγονται από σκοπιμότητα, αλλά είναι κοντά στην αλήθεια, μπορεί να το καταλάβει κανείς, αν ακούσει τους ιερείς του ναού, οι οποίοι το χρυσό Ε, το ονομάζουν της Λυβίας της γυναίκας του Καίσαρα. Το χάλκινο το ονομάζουν των Αθηναίων και το πρώτο που είναι ξύλινο και το πιο παλιό το ονομάζουν Ε των σοφών, αφιερωμένο όχι από έναν αλλά είναι κοινό ανάθημα όλων.

4. Τότε ο Αμμώνιος χαμογέλασε ήρεμα, γιατί κατάλαβε ότι ο Λαμπρίας είχε εκφράσει τη δική του άποψη κι έπλασε την ιστορία αυτή, την οποία έλεγε οτι είχε ακούσει από άλλους για να είναι ανεύθυνος. Κι ένας άλλος από αυτούς που ήταν εκεί είπε, ότι αυτά είναι όμοια με όσα πριν φλυαρούσε ο Χαλδαίος ξένος, ότι δηλαδή εφτά είναι τα γράμματα που έχουν δική τους φωνή και εφτά άστρα είναι τα οποία έχουν κίνηση αυτοτελή και άσχετη απο των άλλων άστρων που κινούνται στον ουρανό, και ότι το Ε είναι δεύτερο από τα φωνήεντα, όταν αριθμούνται από την αρχή και ο ήλιος δεύτερος από τους πλανήτες μετά τη σελήνη. Και σχεδόν όλοι οι Έλληνες θεωρούν τον Απόλλωνα ίδιο με τον ήλιο «Αλλά αυτά έλεγε, είναι ολότελα από πίνακα και Πυλαία, και ο Λαμπρίας, όπως φαίνεται αντιλήφθηκε ότι εξήγειρε κατά της γνώμης του όλους τους επιμελητές του ναού». Γιατί κανείς από τους κατοίκους των Δελφών δεν εγνώριζε όσα είπε, μα παρενέβαλλαν την κοινή και παραδοσιακή άποψη, υποστηρίζοντας ότι ούτε η όψη, ούτε ο φθόγγος του γράμματος συμβολίζει τίποτα, αλλά το όνομα του γράμματος μόνο.

5. Το λόγο πήρε ο Νίκανδρος και είπε: Το γράμμα Ε, όπως νομίζουν οι Δελφοί και ο προλαλήσας, αποτελεί τον τόπο και τη μορφή της επικοινωνίας με το Θεό και έχει ηγεμονική τάξη στα ερωτήματα όσων χρησιμοποιούν το μαντείο, για να πληροφορηθούν, αν θα νικήσουν, αν θα παντρευτούν, αν συμφέρει να ταξιδέψουν, να ασχοληθούν με τη γεωργία ή να μεταναστεύσουν. Και στους διαλεκτικούς, οι οποίοι ισχυρίζσνται, ότι καμία έννοια δε βγαίνει από το μόριο «ει» και της αίτησης που είναι συνδεμένη μαζί του, τους έλεγε να χαίρουν ο θεός σοφός όντας, και όλες τις ερωτήσεις που ακολουθούν το μόριο αυτό, τις εννοεί και τις παραδέχεται ως πράγματα υπαρκτά. Κι επειδή σε μας είναι ίδιο να τον ρωτάμε, σαν μάντης που είναι και όλος ο κόσμος τον παρακαλεί σαν θεό, όμως νομίζουν ότι το γράμμα Ε έχει σημασία και ερωτηματική και ευχετική, γιατί παρακαλώντας λέμε «αν δε συνέβαινε». Και ο Αρχίλοχος έλεγε: «Αχ! αν είχα την τύχη ν' αγγίξω της Νικοβούλας το χέρι». Και λένε, ότι η δεύτερη συλλαβή στο «είθε» δε χρειάζεται, όπως στο στίχο του Σώφρονος, το «θην». «είθε να μην είχα παιδιά» και στον ομηρικό στίχο: «είθ' έτσι τη μανία σου να λύσω». Στο «ει» φανερώνεται αρκετά μάλιστα η ευχή και η παράκληση.

6. 'Όταν τελείωσε ο Νίκανδρος, ο Θέων, λέγοντας πως με όσα άκουσε υβρίζεται η διαλεκτική, ανάπτυξε τη δική του άποψη: Αλλά ότι ο θεός είναι διαλλακτικότατος, το αποδεικνύουν οι περισσότεροι χρησμοί: Γιατί ο ίδιος, όπως είναι γνωστό, διαλύει αμφιβολίες και βάζει αμφιβολίες. Και ακόμα, όπως είπε ο Πλάτων, όταν δόθηκε χρησμός να γίνει διπλάσιος o βωμός στη Δήλο, έργο που οφείλεται στην πλουσιότατη εμπειρία της γεωμετρίας, ο Θεός δε διέταξε αυτό, αλλά πρότρεπε τους Έλληνες να ασχολούνται με τη γεωμετρία. Ο Θεός, λοιπόν, λέγοντας τέτοιους χρησμούς, μεγαλώνει τη διαλεκτική και τη συνιστά ως αναγκαία σε όσους μέλλουν να συνεννοούνται μαζί του ορθά. Στη διαλεκτική βέβαια έχει τεράστια δύναμη ο συνδετικός αυτός σύνδεσμος, γιατί σχηματίζει το λογικότερο αξίωμα. Γιατί πως δεν έχει τέτοια δύναμη ο συναπτόμενος συλλογισμός, αφού γνώση για την ύπαρξη των πραγμάτων έχουν και τα ζώα, αλλά μονάχα τον άνθρωπο η φύση έχει προικίσει με τη σκέψη και την κρίση; Γιατί, ότι είναι ημέρα και λάμπει το φως, το αισθάνονται, βέβαια, και οι λύκοι, και τα σκυλιά και τα πουλιά, αλλά, ότι, αν είναι ημέρα, τότε υπάρχει και φως, τίποτα άλλο δεν το εννοεί παρά o άνθρωπος μονάχα, γιατί μονάχα ο άνθρωπος έχει την έννοια εκείνου που αρχίζει και εκείνου που τελειώνει, και της σημασίας τους και της μεταξύ τους συνάρτησης, και του αμοιβαίου συσχετισμόύ και διαφορισμόύ τους, έννοιες στις οποίες οι αποδείξεις έχουν την πρώτη αρχή τους. Επειδή, λοιπόν, φιλοσοφία είναι η έρευνα της αλήθειας και φως της αλήθειας είναι η απόδειξη και της απόδειξης αρχή και κρηπίδα είναι ο συναπτόμενος συλλογισμός, γι’ αυτό, πολύ φυσικά, η δύναμη (το μόριο) που επιτυγχάνει τη συνοχή των προτάσεων, καθιερώθη από σοφούς άνδρες στο Θεό, ο οποίος κατ' εξοχή έχει αγαπήσει την αλήθεια. Και μάντης μεν είναι ο θεός, και η μαντική τέχνη προλέγει το μέλλον, συμπεραίνοντας, αυτό, από τα προσόντα ή παρελθόντα. Γιατί κανένα πράγμα δεν υπάρχει δίχως αιτία και καμιά πρόγνωση δίχως λογική. Αλλά επειδή όσα γεγονότα έγιναν τα ακολουθούν όσα γίνονται, και όσα γίνονται τα ακολουθούν όσα θα γίνουν, και όλα συσχετίζονται και συναρτώνται σύμφωνα με μια διαδικασία, που τα τελειώνει σ' ένα τέλος, αφού τ’ άρχισε από μια αρχή. Και όποιος ξέρει να συνδέει φυσικά τις μεταξύ τους αιτίες, και να ευρίσκει τις μεταξύ τους συναρτήσεις, αυτός ξέρει και να προλέγει: «τα τωριvά και τα μελλούμενα κι όλα τα περασμένα». Και πολύ καλά ο Όμηρος έβαλε πρώτα το παρόν και μετά το μέλλον και το παρελθόν. Γιατί από το παρόν βγαίνει ο συλλογισμός σύμφωνα με τη δύναμη της εξάρτησης όπως «εάν είναι τούτο εκείνο προηγείται και πάλι εάν είναι τούτο εκείνο θα γίνει». Γιατί η τέχνη της διαλεκτικής λογικής, όπως ελέχθη είναι η γνώση της σύνδεσης της ακολουθίας με τις προηγούμενες προτάσεις και τις προτάσεις τις δίνει στο συλλογισμό η αίσθηση. Όθεν κι αν δεν είναι σπουδαίο, δε θα φοβηθώ να ειπώ, ότι τρίπους της αλήθειας είναι ο συλλογισμός ο οποίος βάζει ως βάση την ακολουθία του παρόντος σε σχέση με το προηγούμενο και μετά, παίρνοντας εκείνο το οποίο υπάρχει, εξάγει το συμπέρασμα της απόδειξης. O Πύθιος Απόλλων, λοιπόν, αν βέβαια, ευχαριστήται απο τη μουσική και από τα κελαηδήματα των κύκνων και από τας τύχας της κιθάρας, τι είναι αξιοθαύμαστο, αν από αγάπη στη διαλεκτική, παραδέχεται αυτό το μόριο του συλλογισμού και το αγαπά , αυτό το οποίο μάλιστα πολύ συχνά παρατηρεί, ότι το μεταχειρίζονται οι φιλόσοφοι; Αλλά o Ηρακλής, όταν δεν είχε λύσει ακόμα τον Προμηθέα και δεν είχε συζητήσει με τους γύρω από το Χείρωνα και τον Άτλαντα, τους σοφιστάς, μα τότε ήταν νέος και ολότελα Βοιωτός, και πολεμούσε τη διαλεκτική και περιγελούσε το «ει» στην αρχή, μετά ενομίσθη, ότι άρπαξε με τη βία τον τρίποδα και αγωνιζόταν κατά του θεού για τη διαλεκτική τέχνη, γιατί ταίριαζε στην ωριμότερη ηλικία, και αυτός φαίνεται ότι έγιvε ικανότατος και στη μαντική και σύγκαιρα στη διαλεκτική τέχνη.

7. Όταν ετελείωσε ο Θέων, ο Εύστροφος, ο Αθηναίος, νομίζω, ήταν εκείνος ο οποίος μας είπε: «Βλέπεις με πόσο ζήλο, ο Θέων υπερασπίζεται τη διαλεκτική και μονάχα λεοντή δε φόρεσε. «Έτσι και σεις, οι οποίοι όλα γενικώς πράγματα και ουσίες και αρχές θείων και ανθρωπίνων αναφέρετε, στον αριθμό και αυτόν πιστεύετε πρώτη και απόλυτη αιτία των ωραίων και κακών πραγμάτων, είναι συνετό να ησυχάζετε, αλλά πρέπει να προσφέρετε στο Θεό θυσίες, στο μήτε κατά τη δύναμη, και τη μορφή μήτε κατά τη σημασία θεό του ναού αυτού, τις απαρχές της αγαπημένης μας μαθηματικής επιστήμης, αν νομίζετε, ότι αυτό καθαυτό το Ε, διαφέρει από τα άλλα πράγματα, όμως έχει μεγίστη τιμή, γιατί η πεμπάς είναι σημείο αριθμού που έχει μεγάλη σημασία στο σύμπαν; αφού οι σοφοί και το αριθμώ το ονομάζουν πεμπάζω». Αυτά μας έλεγε ο Εύστροφος, όχι ως αστεία, αλλά επειδή τότε ησχολούμην με πάθος, με τα μαθηματικά και έμελλλον για όλα να έχω ίση εκτίμηση το «μηδέν άγαν» ως μαθητής της Ακαδημίας.

8. Είπα, λοιπόν, ότι ο Εύστροφος με τον αριθμό λύνει άριστα την απορία. «Γιατί, αφού κάθε αριθμός, είπα, διαιρείται σε άρτιο και περιττό η μονάδα είναι κοινή σε αμφότερους κατά τη δύναμη (γι' αυτό και όταν προστίθεται τον περιττό τον κάνει άρτιο και τον άρτιο περιττό) το δύο η αρχή του άρτιου και του περιττού, το τρία και το πέντε προκύπτει όταν οι δύο αυτοί αριθμοί συντίθεται μεταξύ τουs, και εύλογα ο αριθμός αυτός είναι εξαιρετική τιμή, γιατί πρώτος αυτός αποτελείται από πρώτους και έχει επονομασθεί γάμος για την ομοιότητα του άρτιου προς το θηλυκό και του περιττού προς το αρσενικό. Γιατί όταν οι αριθμοί διαιρούνται σε ίσα μέρη ο άρτιος ολότελα χωριζόμενος αφήνει στο μέσο του, κατά κάποιο τρόπο, κάποια αρχή και διάστημα δεκτικό, θα ελέγομεν, κάποιας παρεμβολής, αντίθετα στον περιττό, όταν διαιρεθεί, περισσεύει πάντα, μετά τη διαίρεση κάποιος μέσος όρος γόνιμος (περιττός), γι' αυτό είναι γονιμότερος από τον άλλο (ο περιττός) και όταν συντίθεται με τον άλλο (τον άρτιο) υπερτερεί πάντα, και το αντίθετο, δε συμβαίνει ποτέ. Γιατί από καμιά ανάμειξη άρτιου και περιττού δε γεννάται άρτιος, αλλά σε όλες τις αναμείξεις γεννάται περιττός. Κι ακόμη περισσότερο, καθένας από τους αριθμούς αυτούς, όταν προστεθεί ο ίδιος στον εαυτό του εμφανίζει φανερά τη διαφορά, γιατί ποτέ άρτιος κανείς όταν προστεθεί σε άρτιο δεν εγέννησε περιττό, ούτε και βγήκε από τη φύση του από αυτή ακριβώς την αδυναμία του να γεννήσει και να ολοκληρώσει άλλο. Αντίθετα περιττοί όταν προστεθούν σε περιττούς γεννούv πολλούς άρτιουs, γιατί πάντα αποτελούν το γόνιμο στοιχείο. Τις άλλες διαφορές και ιδιότητες των αριθμών, δεν είναι κατάλληλο το θέμα, για να τις εκθέσουμε λεπτομερειακά και επειδή το πέντε γίνεται πάντα από την ένωση του πρώτου αρσενικού αριθμού και του πρώτου θηλυκού, γι’ αυτό οι Πυθαγόρειοι το ονόμασαν γάμο. Μερικές φορές το 5 ονομάζεται και φύση, γιατί με τον πολλαπλασιασμό με τον εαυτό του, τελειώνει πάντα στον εαυτό του. Γιατί όπως η φύση, όταν πάρει στάρι ως σπορά και το διαλύσει, εκβλαστάνει πολλά σχήματα και είδη, με τα οποία οδηγεί το έργο της, στο τέλος, και ύστερα απ' όλα αυτά, αποδίνει στάρι και μετά από όλες τις μεταβολές φέρνει πάλι στάρι και ανέδειξε στο τέλος πάλι την αρχή. Έτσι ενώ οι άλλοι αριθμοί, όταν πολλαπλασιάζονται επί τον εαυτό τους, με τον πολλαπλασιασμό τελειώνουν σε άλλους αριθμούς, μόνο ο αριθμός 5 και ο 6 όταν πολλαπλασιάζονται επί τον εαυτό τους ξαναφέρνουν και διασώζουν τον εαυτό τους. Γιατί το τετράγωνο του έξι είναι τριανταέξι και το τετράγωνο του πέντε εικοσιπέντε. Και πάλι ο αριθμός έξι μονάχα μια φορά έχει την ιδιότητα και με ένα μόνο τρόπο να αναπαραχθεί όταν υψωθεί στο τετράγωνο, ενώ η πεμπάς έχει και αυτήν την ικανότητα κατά τον πολλαπλασιασμό, έχει όμως συμβεί, κι αυτό στο πέντε, όταν προστίθεται στον εαυτό του να γεννάει εκ περιτροπής, ή τον εαυτό του ή την δεκάδα, κι αυτό γίνεται επ’ άπειρον. Έτσι και ο αριθμός αυτός ακολουθεί την αιώνια αρχή διαφέρει από τα άλλα γράμματα, όμως έχει μέγιστη τιμή, που διευθύνει τα πάντα. Γιατί όπως αυτή με την αιώνια ύπαρξή της προφυλάσσει τον κόσμο, και με τον κόσμο πάλι αναδεικνύεται αυτή «και τα πάντα, λέγει ο Ηράκλειτος, μεταβάλλονται σε πυρ, και το πυρ πάλι μεταβάλλεται σε πάντα τα πράγματα του κόσμου, όπως μεταβάλλεται o χρυσός σε χρήματα και τα χρήματα σε χρυσό». Έτσι η ένωση της πεμπάδος με τον εαυτό της από τη φύση της δεν γεννά τίποτε ατελές ή αλλιώτικο, αλλά έχει καθορισμένες μεταβολές. Γιατί ή γεννά τον εαυτό της ή τη δεκάδα, δηλαδή ή τον αριθμό του είδους της ή τον τέλειο αριθμό.

9. Αν λοιπόν, ρωτήσει κανείς ποια σχέση έχουν αυτά με τον Απόλλωνα, θα του παρατηρήσουμε ότι όχι μόνο με τον Απόλλωνα έχουν σχέση, αλλά και με το Διόνυσο, ο οποίος μετέχει στο μαντείο των Δελφών, όχι λιγότερο από τον Απόλλωνα. Γιατί ακούομεν τους θεολόγους πότε στα ποιήματα τους και πότε στα πεζά να υμνούν το Θεό, ως αιώνιο και άφθαρτο από την ίδια του τη φύση, αλλά από κάποια σκόπιμη ειμαρμένη και λογική ανάγκη να καταφεύγει σε μεταμορφώσεις του εαυτού του, και άλλοτε άναψε όλη τη φύση σε πυρ και τα πάντα εξομοιώνει προς τα πάντα, κι άλλοτε γίνεται παντοειδής κατά τη μορφή και τις διαθέσεις και τις ικανότητες, όπως και τώρα, και ονομάζεται κόσμος, που είναι το πιο γνωστό από τα ονόματα. Αυτά τα αποκρύπτουν από τους πολλούς οι φιλόσοφοι και τη μεταβολή σε πυρ την ονομάζουν Απόλλωνα για ν' αποφύγουν τα πολλά ονόματα, και Φοίβο τον ονομάζουν για το καθαρό και αμίαντο φως του. Και τη μεταμόρφωση σε πνεύματα και νερό, και γη και άστρα και φυτά και ζώα, υπαινίσσονται σαν και ποιο διαχωρισμό και διαμελισμό του θεού. Και τον ονομάζουν Διόνυσο και Ζαγρέα και Νυκτέλιο και Ισοδαίτη, και κάποιες φθορές και καταστροφές, τους θανάτους και τις παλιγγενεσίες του θεού διηγούνται ως μυστήρια και μυθεύματα. Και ψάλλουν προς τιμή του Βάκχου διθυράμβους γιομάτους διηγήσεις παθών του Θεού και μεταβολών, και περιπετειών. Γιατί «ο κραυγαλέος διθύραμβος, λέγει ο Αισχύλος, πρέπει να συνοδεύσει το Διόνυσο». Και προς τιμή του Απόλλωνος ψάλλουν παιάνα, μούσα συγκρατημένη και φρόνιμη, και αυτόν πάντα αγέραστο κι αιώνια νέο, τον παριστάνουν στις γεωγραφίες και στις αγγειογραφίες και κείνον με ποικίλες όψεις και πολλαπλή μορφή. Και γενικά στον Απόλλωνα αποδίδουν ισότητα και τάξη και σοβαρότητα άκρα. Και στο Διόνυσο, αποδίδουν χωρατά και ύβρη, αναμειγμένη με σοβαρότητα και τρέλα και ανωμαλία, «Εύλον» που εξεγείρει τις γυναίκες σ' έκσταση προς τιμήν του Διόνυσου, επικαλούνται όχι ανεπιτυχώς αποσκοπώντας να δείξουν τη φύση καθεμιάς από τις μεταβολές των δύο θεών. Και επειδή ο χρόνος των περιοδικών μεταβολών δεν είναι ίσος, αλλά μεγαλύτερος ο ονομαζόμενος «κόρος» και μικρότερος ο ονομαζόμενος της «χρησμοσύνης», αυτή την αναλογία κρατούν εδώ, ολόκληρο το χρόνο ψάλλοντας τον παιάνα στις θυσίες, κι όταν αρχίσει ο χειμώνας καταπαύουν τον παιάνα και ξαναφέρνουν σε χρήση το διθύραμβο, και τρεις μήνες επικαλούνται το Διόνυσο αντί για τον Απόλλωνα, πιστεύοντας ότι ο χρόνος της εκπυρώσεως έχει αναλογία τρία προς ένα, προς το χρόνο της αποκαταστάσεως του κόσμου.

10. «Αλλά αυτά διευρύνθησαν σε μεγαλύτερη έκταση, απ' όση απαιτούν οι περιστάσεις. Αυτό όμως είναι φανερό, ότι οι θεολόγοι συναρτούν το Θεό Απόλλωνα με την πεμπάδα, με το να λέγουν, ότι άλλοτε αυτή γεννά εαυτήν όπως το πυρ, κι άλλοτε τη δεκάδα, όπως δηλαδή ο κόσμος. Και με τη μουσική όμως, που τόσο αρέσει στο θεό, νομίζομε ότι δεν έχει σχέση ο αριθμός πέντε; Γιατί το μεγαλύτερο έργο της αρμονίας, όπως μπορεί να πει κανείς, είναι να ασχολείται με ορθές συμφωνίες. Και ότι αυτές είναι, πέντε και όχι περισσότερες και η λογική αποδοκιμάζει όποιον θέλει να τις εύρει με τις αισθήσεις μόνο, στις χορδές και στων αυλών τις τρύπες, δίχως τη συνεργασία της λογικής. Γιατί όλες οι συμφωνίες γεννώνται ανάλογα με τους αριθμούς. Και o λόγος της συμφωνίας με τέσσερά ~(μεταξύ πρώτής και τέταρτης χορδής) είναι επίτριτος, της με πέντε ημιόλιος, και της διαπασών διπλάσιος, και της δια πασών και δια πέντε τριπλάσιος. Και τη συμφωνία την οποία προσθέτουν σ' αυτές οι αρμονικοί και την ονομάζουν δια πασών και δια τεσσάρων, δεν είναι ορθό να τη δεχώμεθα, γιατί βγαίνει έξω από τους μετρικούς κανόνες, και γιατί θυσιάζομε την άλογο αισθησιαχή ευχαρίστηση της ακοής στην αναλογία και στους κανόνες. Για να παραλείψω λοιπόν τις πέντε θέσεις των τετραχόρδων και τους πέντε πρώτους τόνους ή τρόπους ή αρμονίες, αν πρέπει να τους ονομάζουμε Έτσι, με των οποίων την ένταση ή την ύφεση, δεν προκύπτουν παρά μονάχα βαρύτητες και οξύτητές τους, άρα, λοιπόν, δεν είναι ασφαλές, ότι αν και υπάρχουν πολλά, ίσως άπειρα διαστήματα μεταξύ των τόνων, όμως τη μελωδία πέντε μονάχα χρησιμοποιούνται: η δίεση, το ημιτόνιο, ο τόνος ,το τριημιτόνιο και το δίτονο. Κανένα άλλο λοιπόν, δεν είναι δυνατό ν' αποδοθεί στη μελωδία, ούτε πιο μικρό, ούτε πιο μεγάλο διάστημα, τις φωνές που να καθορίζεται από την οξύτητα και τη βαρύτητα του τόνου;».

11. Φυσικά, πολλά άλλα τέτοια, προσέθεσα ο ως θα αφήσω κατά μέρος και θα σας παρουσιάσω τον, Πλάτωνα o οποίος λέγει οτι ένας κόσμος υπάρχει, εκτός αν υπάρχουν κι άλλοι και δεν είναι ο μόνος αυτός, και στην περίπτωση αυτή συνολικά υπάρχουν πέντε κόσμοι και όχι περισσότεροι. Μα κι αν ο κόσμος αυτός τον οποίο βλέπομεν, είναι μοναδικός, όπως πιστεύει ο Αριστοτέλης, κατά κάποιο τρόπο και αυτός από πέντε κόσμους έχει αποτελεστεί και συναρμολογηθεί. Από τους οποίους ο ένας είναι της γης, ο άλλος, ο κόσμος τον νερού, ο τρίτος του πυρός, ο τέταρτος του αέρος. Τον πέμπτο όλοι τον ονομάζουν ουρανό, άλλοι φως, άλλοι αιθέρα, κι άλλοι αυτό, ετούτο το ίδιο, δηλαδή πέμπτη, ουσία, στην οποία, από τη φύση, της είναι δεδομένο, να περιφέρεται, αυτή μονη απο τα σώματα, κυκλικά, όχι από ανάγκη, ούτε απο άλλο γεγονός. Γι αυτό και αφού κατενόησε τα πέντε και ωραιότατα και τελιώτατα σχήματα τα οποία υπάρχουν στη φύση, πυραμίδα και κύβο και οκτάεδρο και εικοσάεδρο και δωδεκάεδρο, σε καθένα κόσμο, απέδωσε όποιο σχήμα του ταιριάζει.

12. «Άλλοι φιλόσοφοι συσχετίζουν και τις πέντε αισθήσεις προς τις πρώτες εκείνες ουσίες, γιατί βλέπουν, ότι η αφή είναι σκληρή και γεώδης, και η γεύση από την υγρότητά της, αποκτά αντλήψη για τις ποιότητες των γευστών. Και ο αέρας αν προσκρούσει στο αυτί γίνεται φωνή και ήχος. Και από τις δυο υπόλοιπες η οσμή την οποία καθορίζει η όσφρηση, επειδή είναι αναθυμίασης και κατά συνέπεια γεννάται από τη θερμότητα, έχει τη φύση του πυρός. Και η όραση διαλάμπει από τον αιθέρα και από το φως επειδή είναι συγγενική προς αυτά και επειδή και τα δύο ομοιότροπα μας ερεθίζουν. Και άλλη αίσθηση ούτε ζώο έχει ούτε ο κόσμος, αλλά ουσίες απλές και όχι συντεθειμένες με άλλες. Αλλά, καθώς φαίνεται, έχει γίνει θαυμαστή διανομή και συνδυασμος των πέντε προς τα πέντε.

13. Εκείνη τη στιγμή, διέκοψα και ύστερα από λιγόλεπτη σιωπή προσέθεσα: «Ω Εύστροφε, τι έχομε πάθει και παραλιγάκι θα προσπερνούσαμε τον 'Ομηρο, ο οποίος είναι o πρώτος που διένειμε τον κόσμο σε πέντε μερίδες και τις τρεις μεσαίες μερίδες απένειμε στους τρεις θεούς, και τις δύο ακρινές, τον Όλυμπο και τη γη, από τις οποίες η μία είναι το τέρμα προς τα κάτω, και η άλλη το τέρμα προς τα απάνω, τις άφησε αδιανέμητες και κοινόχρηστες σε ολους τους Θεούς». «Αλλά ας συνεχίσουμε το λόγο μας, καθώς λέει ο Ευριπίδης. Δηλαδή όσοι ύμνησαν τον αριθμό τέσσερα, δε διδάσκουν, λαθεμένα, ότι κατά την αναλογία του αριθμού αυτού εγεννήθη κάθε σώμα. Γιατί κάθε στερεό σώμα έχει τρεις διαστάσεις, μάκρος και πλάτος και βάθος. Μπροστά στο μάκρος υπάρχει το σημείο το οποίο αντιστοιχεί με τη μονάδα στους αριθμούς. Το δε μάκρος που δεν έχει κανένα πλάτος, λέγεται γραμμή, και αυτή είναι το καθαυτό μάκρος. Και η κατά το πλάτος, κίνηση της γραμμής έχει προκαλέσει τη γέννηση της επιφάνειας, μέσα σε τριάδα, και αν στο μάκρος προστεθεί και το βάθος, η αύξηση προχωρεί σε στερεό σώμα, δια τεσσάρων στοιχείων. Απ' αυτό γίνεται πασίδηλο, ότι μέχρι εδώ τη φύση την προώθησε η τετράς να τελειώσει το σώμα και να το συγκροτήσει σε στερεό όγκο και αντιστεκόμενο στην πίεση, μετά την άφησε στερημένη από τη σοβαρότερη ιδιότητα. Γιατί κάθε ον άψυχο είναι σαν να είπομεν ορφανό, ατελές και ακατάλληλο για οποιαδήποτε κίνηση, αν δεν είναι ικανό να έχει ψυχή. Αλλά η κίνηση, η διάθεσή του που του εμβάλει την ψυχή είναι μεταβολή η οποία πραγματοποιείται κατά την αναλογία του αριθμού πέντε και αποδίδει στη λύση την τελειότητα, και o τελευταίος αυτός αριθμός είναι ανώτερος από τον αριθμό τέσσερα, σε βαθμό ανάλογο με την ανωτερότητα του ζώου από το άψυχο. Και ακόμα η συμμετρία και ικανότητα του πέντε, δεν άφησε το έμψυχο να προχωρήσει σε άπειρα γένη, αλλά καθόρισε πέντε είδη των ζώων. Δηλαδή υπάρχουν θεοί και δαίμονες και ήρωες και μετά το τέταρτο το γένος των ανθρώπων και πέμπτο και τελευταίο το γένος των θηρίων και των αλόγων ζώων. Κι ακόμα η ψυχή αυτή καθ' αυτήν σύμφωνα με την φυσική της διαίρεση, έχει πέντε ιδιότητες πρώτη και σκοτεινότατη, το θρεπτικό, μετά το επιθυμητικό, μετά απ' αυτά, το θυμοειδέs, κι αφού φτάσει στο πέμπτο το λογικό, και φτάσει να τελειοποιήσει τη φύση, σταματά στο πέμπτο, καθώς στην άκρη της τελειότητος.

14. Κι ενώ ο αριθμός πέντε έχει τόσες πολλές ικανότητες, αξιόλογη έχει τη γένεσή του, όχι αυτή που εξετάσαμε παραπάνω από τη δυάδα και από την τριάδα αποτελούμενη, αλλά αυτή που παρουσιάζει η αρχή των αριθμών ενωμένη με το πρώτο τετράγωνο. Γιατί αρχή κάθε αριθμού είναι η μονάδα, πρώτο τετράγωνο το τέσσερα από τους δύο αυτούς αριθμούς, τη πρώτη μορφή και ύλη ορισμένη γεννάται η πεμπάς. Κι αν σωστά κάποιοι θεωρούν και τη μονάδα τετράγωνο, είναι δύναμη εαυτογέννητη και τελειώνει, επίσης, στον εαυτό της, τότε ο αριθμός πέντε αφού γεννάται από την ένωση των δύο πρώτων τετραγώνων, δεν είναι δυνατό, λοιπόν, η πεμπάς να έχει ευγενέστερη γένεση.

15. Το μεγαλύτερο είναι ότι φοβούμαι μήπως στενοχωρηθεί ο Πλάτων, κατά τον τρόπο που εκείνος έλεγε ότι εστενοχωρείτο ο Αναξαγόρας, με το άκουσμα της λέξης σελήνη γιατί χρησιμοποιούμε μια παμπάλαια γνώμη για το φωτισμό της ως δική του. Μήπως δεν ενθυμείσθε, ότι αυτά τα είπε ο Πλάτων στον Κρατύλο;» «Μάλιστα», απάντησε ο Εύστροφος, «μα δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει αυτό με όσα λέγεις;» Και όμως γνωρίζεις, ότι στο σύγγραμμά του, το επιγραφόμενο: «Σοφιστή», αποδεικνύει ότι οι κυριότερες αρχές είναι πέντε το ον, το αμετάβλητο, το ον το μετα6αλλόμενο σε άλλο, και τέταρτη και πέμπτη αρχή την κίνηση και τη στάση. Άλλο τρόπο διακρίσεως χρησιμοποιεί το σύγγραμμα του ο Φλήβος, και λέγει ότι μία αρχή είναι το άπειρο, δεύτερη το πεπερασμένο και από τη σύνθεση των δύο αυτών δημιουργείται η τρίτη, δηλαδή η γένεση και την αιτία αυτής της ενώσεως δέχεται ως τέταρτη αρχή και αφήνει σε μας να καταλάβουμε, την Πέμπτη αρχή από την οποία τα πάντα χωρίζονται και διαλύονται. Πάντως, νομίζω, ότι αυτά υποστηρίζονται σαν να είναι εικόνες της πρώτης διαιρέσεως δηλαδή του μεν όντως εικόνα είναι το γινόμενο, της κινήσεως εικόνα είναι το απείρον, το πεπερασμένο είναι εικόνα της στάσης, και του αμετάβλητου όντος εικόνα η αιτία που συνθέτει τις αρχές του όντος του μεταβλητού σε άλλο, εικόνα είναι η αρχή του χωρισμού και της διάλυσης, Όμως και άλλα αν είναι αυτά, πάλι και με τον πρώτο τρόπο και με το δεύτερο πέντε είναι τα είδη και των αρχών και των διαφορών. Και επειδή έμαθε αυτά ένας φιλόσοφος ή επειδή ξέρει τη διαίρεση αυτή πριν από τον Πλάτωνα είναι δυνατό, απ' αυτή, να καθιέρωσε στον Απόλλωνα τα δύο Ε, σήμα και σύμβολο του αριθμού όλων των όντων. Αλλά ίσως αντελήφθη, ότι και το αγαθό εμφανίζεται αποτελούμενο από πέντε είδη, από τα οποία το πρώτο είναι η μετριοπάθεια, δεύτερο η συμμετρία, τρίτο ο νους, τέταρτο οι τέχνες, οι επιστήμες και oι αληθινές γνώμες που πηγάζουν απο τήν ψυχή, και πέμπτο η άλυπη ηδονή, και τελειώνει εδώ αφού πρόσθεσε και το γνωστό ορφικό: Στην έκτη τη γενιά πάψτε το τραγούδι σας.

16. «Εξόν από όσα είπα θα προσθέσω και μία λέξη για το Νίκανδρο, και τους γύρω του. 'Οταν την έκτη μέρα κάθε καινούργιου μήνα οδηγείτε την Πυθία στο πρυτανείο, ένας από τους τρεις κλήρους γίνεται ο πρώτος σας, και τα πέντε μέλη, αφού ρίξει εκείνη τους τρεις κλήρους, κι αυτός τους δύο. Γιατί έτσι δε γίνεται; Και ο Νίκανδρος είπε: έτσι η αιτία όμως για τους άλλους πρέπει να παραμένει μυστική. Τότε χαμογέλασα εγώ και είπα: ώσπου να μας επιτρέψει o θεός να μάθουμε την αλήθεια; θα προστεθεί κι αυτό σε κείνα που λέγονται υπέρ του αριθμού πέντε. Τέτοιο τέλος, είχε, όσο ενθυμούμαι εγώ και ο έπαινος για τις αριθμητικές και μαθηματικές ιδιοτητες του Ε».

17. Και ο Αμμώνιος επειδή και αυτος πολύ σοβαρό μέρος της φιλοσοφίας το εστήριζε στα μαθημητικά, από τη συζήτηση αυτή ευχαριστήθη πολύ και είπε: «Δεν είναι πρέπον να αντείπωμεν σοβαρά στη συζήτηση αυτή με τους νέους, πλην οτι καθένας από τους αριθμούς και σε μας, αν θελήσουμε, ημπορεί να μας δώσει αφορμή, να κάνουμε τον πιο μεγάλο ύμνο και έπαινο του. Και ποιά είναι η ανάγκη να κάνουμε λογο για άλλους αριθμούς; Γιατί ο ιερός αριθμός του Aπόλλωνος ο επτά θα χρειαστεί περισσότερο από μια μέρα, για να αραδιάσουμε όλες του τις ιδιότητες. Εκτός απ' αυτό θα αποκαλύψουμε ότι οι σοφοί πολεμούσαν τον κοίνο νόμο και την πείρα της «αρχαιότητας», αν βγάζαν στο την προεδρία τον αριθμό επτά και καθιέρωναν στο θεό, τον αριθμό πέντε ως περιόσότερο ταιριαγμένο. Ούτε αριθμό λοιπόν, ούτε τάξη, ούτε σύνδεσμο, ούτε κάποιο άλλο ελλείπον μόριο λέξης, πιστεύω οτι σημαίνει το Ε. Αλλά είναι αυτοτελής προσαγόρευση και προσφώνηση τον θεού, το οποίο, αμέσως με τη λέξη αυτή, εμφανίζει όποιον ομιλεί, γνώστην της δύναμης του Απόλλωνος, Δηλαδή, ο Θεός, όταν πλησιάζει εδώ, κατά κάποιο τρόπο, χαιρετώντας καθένα από μας, τον προσαγορεύει με το «Γνώθι σαυτόν», το οποίον δεν είναι καθόλου κατώτερο από το χαίρε. Κι εμείς πάλι απαντώντας στο θεό «ΕΙ» λέγομεν, ανταποδίδοντας στο θεό τον χαιρετισμό με αληθή, ψευδή και μόνη προσαγόρευση ταιριαγμένη σ' αυτον, ότι πραγματικά υπάρχει».

18. «Γιατί πραγματικά, εμείς καθόλου δε μετέχομε της ύπαρξης, αλλά ολόκληρη η θνητή φύση περιορισμένη ανάμεσα στη γένεση και στη φθορά, είναι απατηλή και παρέχει για την ουσία της, μόνο αμυδρή και αβέβαια ιδέα, και αν εκτείνεις την προσοχή σου και θελήσεις να την συλλάβεις με την νόηση, τότε όπως η σφοδρή πίεση τον νερού κάνει να χύνεται περισσότερο και να χάνεται η ποσότητα που είναι μέσα στα χέρια μας, το ίδιο παθαίνει και ο νους όταν επιζητεί τη σαφή κατανόηση κάθε οντος που παθαίνει μεταβολές και αποπλανάται παρακαλουθώντας είτε τη γένεσή του είτε τη φθορά του κι απ' αυτό δεν μπορεί να συλλάβει κανένα το οποίο πάντα μένει αμετάβλητο, κανένα όντως ον. «Γιατί δεν είναι δυνατό να μπει κανείς δυο φορές στον ίδιο ποταμο», κατά τον Ηράκλειτο, και τη θνητή ουσία, επίσης δεν μπορεί να την συλλάβει στην ίδια κατάσταση, αλλά με τη μεγάλη ταχύτητα της αλλαγής «σε μια μονη στιγμή σκορπίζει τα μέρη της και σε μια στιγμή τα συνενώνει», και μάλιστα ούτε ξανά ούτε ύστερα αλλά ταυτόχρονα και γεννάται και φθείρεται και υπροσέρχεται και απέρχεται». 'Οθεν, ούτε εις το είναι τελειώνει πλήρως η θνητή φύση, ώστε να υπάρχει αληθώς, επειδή ποτέ δεν παύει και δε σταματά τη γένεση, αλλά από το σπέρμα του με διαδοχικές μεταβολές το κάνει έμβρυο, μετά βρέφος, μετά παιδί, μετά μειράκιον, μετά νεανίαν, άντρα, πρεσβύτη, γέροντα, φθείροντας τις πρώτες γενέσεις και ηλικίες μ' αυτές που γίνονται ύστερα.Αλλά εμείς είμεθα γελοίοι που φοβούμεθα ένα θάνατο ενώ έχομε κιόλας αποθάνει και αποθνήσκομεν τόσες φορές. Γιατί όχι μόνο όπως έλεγε ο Ηράκλειτος «o θάνατος του πυρός είναι γένεση του αέρα και ο θάνατος του αέρα γένεση του νερού». Αλλά ακόμα σαφέστερα διαπιστώνομεν αυτό σ' εμάς τους ίδιους, διότι φθείρεται μεν ο άντρας που βρίσκεται στην ακμή της ηλικίας του όταν αρχίζει μια άλλη ηλικία του, η γεροντική, ο νέος εφθάρει ενώ άρχιζε o άντρας, και το παιδί εφθάρει όταν άρχιζε ο νέος, και το νήπιο εφθάρει όταν όρκιζε το παιδί και ο χθεσινός άνθρωπος απέθανε για τον σημερινό κι ο σημερινός αποθνήσκει για τον αυριανό, και κανείς δεν είναι πάντα ο ίδιος και ένας αλλά γινόμαστε πολλοί γιατί η όλη περιστρέφεται και διολισθαίνει γύρω σ' ένα ομοίωμα και έναν κoιvό τόπο. Γιατί αν μέναμε πάντα οι ίδιοι τότε πώς χαιρόμεθα για άλλα τώρα και για τα άλλα πριν και πώς αγαπώμεν και μισούμε και θαυμάζομε και ψέγομε διαδοχικά τα πιο αντίθετα πράγματα; Και πως χρησιμοποιούμε άλλα λόγια και πάσχομε άλλα πάθη και πώς δεν έχομε την ίδια μορφή και την ίδια νοοτροπία πάντα; Γιατί ούτε λογικό είναι να παθαίνομε αυτή τη διαφορά, ούτε αν κανείς μεταβάλλεται είναι πάντα o ίδιος και αν δεν είναι ο ίδιος, τότε δεν έχει αληθινή ύπαρξη αλλά μεταβάλλεται και γίνεται άλλος από άλλον. Αλλά η αίσθησή μας, αγνοώντας απατάται και θεωρεί ότι είναι ον το φαινόμενο».

19. «Ποιό είναι λοιπόν το όντως ον; Το αιώνιο και αγέννητο και άφθαρτο στο οποίο κανείς χρόνος δεν επιφέρει καμιά μεταβολή, γιατί ο χρόνος είναι κάτι που κινείται και το συλλαμβάνει κανείς συνδεμένο μονάχα με την κινούμενη ύλη, κάτι αείρρουν και αεικίνητο, όπως ένα αγγείο εντός του οποίου πραγματοποιείται η φθορά και η γένεση. Και οι διάφορες λέξεις, με τις οποίες αναφέρεται το μετά και το πριv και το τώρα, ομολογούν από μόνες τους οτι ο χρόνος δεν έχει αληθινή ύπαρξη. Γιατί είναι μωρό να λέγει κανείς ότι υπάρχει κάτι το οποίο δεν έχει γίνει υπαρξη ή έχει πάψη κιόλας να είναι ύπαρξη. Κι εκείνο το «παρόν» και το «αυτή τη στιγμή» και το «τώρα» που τα λέμε για να στηρίζουμε το νόημα του χρόνου, αυτά τα καταστρέφει ολότελα ο ίδιος μας ο λόγος, κατά τη διαδοχική αναφορά των λέξεων. Γιατί αυτο το τώρα, αν θέλουμε να το εξετάσουμε, χάνεται χωριζόμενο αναγκαία καθώς μια στιγμή στο παρελθόν και στο μέλλον. Κι αν τα αυτά με το μετρούντα χρόνο έχουν συμβεί στη μετρούμενη φύση, τίποτα απ' αυτή δεν είναι αμετάβλητο, τίποτα δεν είναι υπαρκτό, αλλά όλα είναι ένα συνεχές γίγνεσθαι και μία συνεχής φθορά στη συνάρτησή τους με το χρόνο. Λοιπόν δεν είναι σωστό να λέγεται για το ον, ότι είναι ή θα είναι. Γιατί αυτές οι κινήσεις και οι μεταβάσεις και οι μεταλλάξεις δε μπορούν ν' αποδοθούν σε κάτι που πράγματι υπήρχε.

20. Αλλά υπάρχει αληθινά θεός και υπάρχει χωρίς να έχει συνάρτηση με το χρόνο αλλά με την αιωνιότητα η οποία είναι ακίνητη, άχρονη και αμετάβλητη κι από την οποία δεν υπάρχει τίποτα πριν, τίποτα ύστερα, ούτε μέλλον, ούτε παρελθόν, ούτε γεροντότερο ούτε νεότερο, αλλά είναι μία και με ένα μόνο τώρα, γεμίζει την αιώνια ύπαρξή της. Και μόνο ότι συναρτάμε μαζί της είναι το όντως ον και δεν ημπορούμε να είπωμε γι' αυτό, ούτε ότι υπήρξε, ούτε ότι θα υπάρξει, ούτε ότι έχει αρχή και τέλος της υπάρξεώς του. 'Ετσι λοιπόν, επειδή τον σεβόμεθα το θεό, πρέπει να τον χαιρετούμε και να τον προσαγορεύουμε όπως και κάποιοι από τους παλαιούς με το «είσαι ένα». Γιατί το θείο δεν είναι σύνθετο σαν εμάς που αποτελούμεθα από απείρους και ποικίλας διαθέσεις και είμεθα δηλαδή παντοειδές άθροισμα και από πολλά ανακατεμένο, ωσάν το ανακάτεμα των πανηγυριών. Αλλά ένα είναι ακριβώς το ον καθώς ακριβώς το ον, είναι το ένα, και η αλλιώτικη ύπαρξη του ίδιου, επειδή διαφέρει από το ον τείνει εις την γένεση του μη όντος. Γί αυτο πολύ σωστά είναι για τον θεό αυτό, και το πρώτο και το δεύτερο και το τρίτο όνομα του. Δηλαδή Απόλλων λέγεται γιατί κατά κάποιο τρόπο αντιστέκεται στην πολλαπλότητα και αρνείται το πλήθος, Ίηιος, γιατί είναι ένας και μόνος, Φοίβος γιατί έτσι οι αρχαίοι ονόμαζαν κάθε καθαρό και αγνό, όπως και σήμερα νομίζω, νομίζω ότι οι Θεσσαλοί λέγουν, ότι οι ιερείς των, «Φοιβονομούνται», όταν κατά τις αποφράδες μέρες ζουν ξεμοναχιασμένοι στα κελιά τους έξω από τους ναούς. Και το ένα είναι ειλικρινές και καθαρό γιατί με τη μείξη το προς άλλο μολύνεται, ώσπου και o 'Ομηρος λέει ότι το φίλντισι όταν βάφεται κόκκινo «μολύνεται» και οι βαφείς ονομάζουν φθορά την ανάμειξη των χρωμάτων ή λένε ότι τα χρώματα διαφθείρονται, λοιπόν το ένα μόνο και το αιώνια αμιγές ταιριάζει στο άφθαρτο και στο καθαρό».

21. «Κι εκείνους που ταυτίζουν τον Απόλλωνα με τον ήλιο, πρέπει να τους σεβώμεθα και να τους αγαπούμε για τη γλωσσική τους ευσέβεια, γιατί την ιδέα τους για το θεό εφαρμόζουν σε κείνο που απ' όλα όσα ξεύρουν κι επιθυμούν σέβονται υπέρτατα. Επειδή όμως ονειροπολούν το θεό σαν το ωραιότερο όνειρό τους, ας τους σηκώσουμε τώρα κι ας τους προτρέψουμε να εξαρθούν και να ιδούν την ύπαρξή του και τη ουσία του υψηλότερα, και να τιμούν και τον ήλιο σαν εικόνα του και να σέβονται τη γονιμότητά της, όσο μπορεί να το κάνει αυτό ένα ον αισθητό για ένα ον νοητό, ένα ον μεταβαλλόμενο για ένα ον αμετάβλητο, γιατί η εικόνα αυτή μας παρουσιάζει λάμποντας τα φαινόμενα της καλοσύνης και της μακαριότητας του υπέρτατου όντος. Και να θεωρεί ασέβειες και να μη δίνει σημασία σε όσα λένε, για τις εξόδους του από τη θεότητα και τις μεταβολές, οι οποίες τα θέλγουν καθώς λέγεται, και ότι βγάζει πυρ και ότι πιέζει τον εαυτό του και μεταμορφώνεται σε γη και θάλασσα και ανέμους και ζώα. Αλλιώτικα ο θεός θα είναι ασημαντικότερος από το παιδί που περιγράφει ο ποιητής, αν το παιχνίδι που παίζει για ψυχαγωγία του και χαράζει εικόνες στην άμμο και τις αλλάζει, αν λέγουμε, το ίδιο παιχνίδι παίζει κι ο θεός στο σύμπαν κι άλλοτε δημιουργεί τον κοσμο ο οποίος δεν υπήρχε και άλλοτε δημιουργημένον τον καταστρέφει. Αντίθετα όμως όσο μέρος του κόσμου έχει δημιουργηθεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αυτό κάνει συνεκτικώτερη την ουσία του κόσμου και συγκρατεί την αδυναμία των σωμάτων, που διαρκώς φθείρονται. Και νομίζω ότι η λέξη «ΕΙ» που λέγομε στο θεό, αποκρούει κρατερά τη γνώμη αυτή και μαρτυρεί ότι ο θεός δε βγαίνει ποτέ από την υπόστασή του και ποτέ δε μεταβάλλεται, και μάλλον σε κάποιον άλλο θεό η καλύτερα σε κάποιο δαίμονα ταιριάζει να κάνει και να παθαίνει τις μεταβολές αυτές και στον οποίο έχει ταχθεί η αποστολή να δεσπόζει στην ατελείωτη γένεση και φθορά της φύσεως, όπως γίνεται φανερό από τα ονόματα τα οποία κατά κάποιο τρόπο είναι αντίθετα μεταξύ τους και υποδηλώνουν και αντίθετες ιδιότητες. Δηλαδή ο δικός μας λέγεται Απόλλων, ο άλλος Πλούτων για το πλήθος, ο πρώτος Δήλιος, ο δεύτερος Αϊδωνεύς, ο ένας Φοίβος, ο άλλος Σκότιος, το έναν συντροφεύουν οι Μούσες και η Μνημοσύνη, τον άλλο η Λήθη και η Σιωπή.
Κι ο ένας Θεώριος λέγεται και Φαναίος κι ο δεύτερος: «Της νύκτας της τρισκόταδης κυρίαρχος και του αράγιστου ύπνου».

Ανακεφαλαίωση

Εδώ το κείμενο του Πλούταρχου τελειώνει. Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι για το Ε δόθηκαν οι εξής ερμηνείες:

Το είχαν αφιερώσει οι πέντε σοφοί για να αποδείξουν ότι είναι πέντε και όχι εφτά. Το Ε αριθμητικώς σημαίνει 5.

Το Ε, που είναι δεύτερο στη σειρά των φωνηέντων συμβολίζει, τον Ήλιο ο οποίος κατέχει τη δεύτερη θέση μεταξύ των πλανητών, ο δε Απόλλων ταυτίζεται με τον Ήλιο. Υποτίθεται λοιπόν ότι το Ε συμβολίζει τον Θεό των Δελφών.

Σύμβολο της αριθμητικής είναι το Ε. Το 2 είναι ο πρώτος άρτιος αριθμός, το 3 ο πρώτος περιττός. Το άρθοισμά τους 2+3 είναι 5 δηλαδή το Ε.

Είναι σύμβολο της μουσικής. Πέντε είναι οι τρόποι ή τόνοι της μουσικής: η θέση, το ημιτόνιο, ο τόνος, το τριημιτόνιο, ο δίτονος. Όλα τα άλλα είναι δcαβαθμίσεις οξύτητας ή βαρύτητας των 5 αυτών τόνων. Αυτούς τους 5 τόνους συμβολίζει το Ε.

Κατά τον Πλάτωνα και Αριστοτέλη, ο κόσμος είναι ένας, έχει όμως συναρμολογηθεί από 5 διαφορετικούς κόσμους, που είναι: γη, νερό, φωτιά, αέρας και ουρανός. Αυτούς τους 5 κόσμους συμβολίζει το Ε.

Συνδέει το Ε με τον αριθμό των πέντε αισθήσεων.

Το Ε συμβολίζει τη γεωμετρία: Το 1 είναι ο πρώτος αριθμός, το 4 είναι το μικρότερο τετράγωνο που υπάρχει. 1+4= 5 άρα Ε.

Το Ε συμβολίζει τα 5 μέρη του κόσμου, που είναι, κατά τον Όμηρο: Θεοί, δαίμονες, ήρωες, άνθρωποι και θηρία.

Το Ε συμβολίζει τα 5 μέρη του αγαθού, που είναι τα εξής: το μέτριο, το σύμμετρο, ο νους, οι κατά την ψυχή επιστήμες και τέχνες, και η άλυπη ηδονή.

Όλοι οι προσκυνητές του Μαντείου, που ζητούσαν χρησμό, άρχιζαν την προσευχή τους με το υποθετικό μόριο, «ει», εάν. Αν θα νικήσουν, αν θα ταξιδέψουν κλπ. Ώστε το Ε είναι το πρώτο γράμμα της προσευχής και παράκλησης που έκαναν στον Απόλλωνα.

Τα ζώα γνωρίζουν ότι είναι ημέρα και ότι υπάρχει φως. «ΕΙ ημέρα, φως εστί». Άρα το Ε συμβολίζει τη λογική και την ικανότητα του συλλογίζεσθε.

Το Ε είναι σύμβολο της μαντικής. Ο μάντης γνωρίζει «τα τ' έοντα, τα τ' εσόμενα», σκέπτεται δε ως εξής: «ει τοδε εστί, τοδε γενήσεται». Άρα το Ε, πάντα ως αρχικό του υποθετικού «ει» υπενθυμίζει τον τρόπο, με τον οποίο σκέπτεται ο μάντης.

Τελευταίος μίλησε ο φιλόσοφος της σχολής των Αθηνών Αμμώνιος, που ήταν και δάσκαλος του Πλούταρχου. H άποψή του είναι πολύ βαρυσήμαντη. Το Ε είναι η τέλεια προσαγόρευση και προσφώνηση προς το θεό. Ο κάθε προσκυνητής, ο οποίος έρχεται στο Μαντείο, γίνεται δεκτός από το θεό, με τη φράση «γνώθι σ’ αυτόν», αντί του «χαίρε». Και ο προσκυνητής απαντάει: «ει» δηλαδή είσαι ή «συ ει ο θεός» αλλά συνάμα και «συ ει εν», δηλαδή συ είσαι ο ένας, ο μοναδικός θεός.



Σημείωση: Ο Πλούταρχος σαν πρωθιερέας στο ναό του Απόλλωνα και μυημένος στα μυστήρια γνώριζε την σημασία του Ε. Τον εμπόδιζε όμως ο όρκος της σιωπής και έτσι βρήκε έναν έμμεσο τρόπο για να δώσει τη σωστή ερμηνεία. Στην άνω πραγματεία του δίδει πολλές ερμηνείες, που όλες σχετίζονται με τον αριθμό 5. Πράγμα που δείχνει ότι ο Πλούταρχος είναι ποτισμένος με την μυστικοπάθεια των αριθμών. Άλλα και κάτι άλλο. Παραθέτοντας ερμηνείες διαφόρων συγκαλύπτει την δική του άποψη και αποδεσμεύεται από τον όρκο της σιγής. Αντί λοιπόν ο Πλούταρχος να πει την ορθή άποψη βάζει τα λόγια του στο στόμα του δασκάλου του Αμμώνιου. Αυτός μας δίνει την σωστή απάντηση. Το Ε είναι η τέλεια προσφώνηση και προσαγόρευση προς τον θεό.



Στοιχεία από το βιβλίο «Το εν Δελφοίς Ε» του Γ.Σιέττου

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Μυστηριακές τελετές στον Ελλαδικό χώρο

Ο Μυστικισμός ως φαινόμενο συναντάται σε όλη σχεδόν την θρησκευτική σκέψη, από την αρχαιότητα έως και σήμερα, συνδεόμενος άμεσα με την θρησκεία, η οποία αποτελεί μία φυσική ανάγκη του ανθρώπου να ανακαλύψει τα ιερά μυστήρια της ύπαρξης.
Αυτό που διαφοροποιεί την θρησκεία από τον μυστικισμό είναι πως η «μυστική εμπειρία» , αφορά την προσωπική βιωματική αξιοποίηση του περιεχομένου της κοινής πίστης, ενώ η θρησκεία είναι μία έκφραση προς ωφέλεια όλων. Ο μυστικισμός αφορά μία οδό «θεογνωσίας», την ένωση ανθρώπου και θείου, είτε μέσω της «έκστασης» είτε μέσω της «ενόρασης». Η λέξη Μυστήριο παράγεται από το ρήμα «Μυείν» , που σημαίνει κλείνω, υποδεικνύοντας το απόρρητο, τα μυστικά, δρώμενα και τελετουργικά, που λάμβαναν χώρα σε κλειστό κύκλο ανθρώπων.
Η «μυστική» αυτή εμπειρία στην αρχαιότητα επιτυγχανόταν δια μέσου της «μύησης» στα αρχαία μυστήρια. Σε αυτές τις τελετές αρχικά οι νέοι της φυλής διδάσκονταν τα ήθη και τα έθιμα της φυλής, περνώντας κάποιες δοκιμασίες για να ενταχθούν ως ενήλικα πλέον μέλη στην φυλή. Κατά την διάρκεια των μυητικών ιεροτελεστιών, το νεαρό μέλος της φυλής εκπαιδευόταν μέσω συμβολικών και τελετουργικών πράξεων, και στο τέλος «πέθαινε» για να «ξαναγεννηθεί» , αποβάλλοντας την παιδική του άγνοια.
Σταδιακά και με την εξέλιξη των κοινωνιών η μύηση πήρε θρησκευτικό χαρακτήρα, αποτελώντας τιμητικό και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα ολιγομελών ομάδων, στα μέλη των οποίων δεν επιτρεπόταν η κοινοποίηση των μυστικών τελετουργιών και δρωμένων στις οποίες συμμετείχαν. Στην αρχαία Ελλάδα το θείο γινόταν αντιληπτό με τρεις τρόπους.
Ο πρώτος αφορούσε την λαϊκή θρησκευτική παράδοση, που περιλάμβανε την λατρεία βλαστικών και θεοποιημένων δυνάμεων της φύσεως, αλλά και των τοπικών ηρώων.
Ο δεύτερος αφορούσε την αναζήτηση δια μέσου της φιλοσοφικής σκέψης, της Ουσίας του Σύμπαντος, της πρώτης Αρχής, του «αεί Όντος», του άρρητου «Αγαθού».
Ο τρίτος αφορούσε τις μυστηριακές τελετές στα Ιερά Μυστήρια, κατά την διάρκεια των οποίων, οι αυστηρά επιλεγμένοι και μετά από δοκιμασίες συμμετέχοντες, βίωναν μία υπερβατική εμπειρία, κορύφωμα της οποίας αποτελούσε η στιγμή της «Εποπτείας» , κατά την οποία αποκαλύπτονταν στους μυημένους το «Θείο». Οι μύστες πίστευαν πως όχι μόνον η Θεότητα ήταν παρούσα, αλλά και ότι μετείχαν κατά κάποιο τρόπο στην Θεότητα. Όπως χαρακτηριστικά λεει ο Αριστοτέλης «η ψυχή του ανθρώπου περισσότερο πάθαινε παρά μάθαινε στα μυστήρια», συνεπώς λάμβανε χώρα μια βιωματική κατάσταση.

Είσοδος στον Ναό των μυστηρίων

Δύο είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις μυστηριακές τελετές στον Ελλαδικό χώρο, όπως θα εξετάσουμε αναλυτικότερα στην συνέχεια. Το πρώτο αφορά μυστηριακές τελετές σε ένα πρώιμο στάδιο, που έχουν να κάνουν με μαγικές τελετουργικές πρακτικές που αφορούσαν την βλάστηση, και τον κύκλο ζωής της φύσης, και το δεύτερο που αφορά το Ορφικό και Διονυσιακό στοιχείο, το οποίο εισάγει στην ελληνική θρησκεία ένα πάντρεμα του οργιαστικού και εκστατικού στοιχείου, με την μετά θάνατον ζωή και την επαναγέννηση, τόσο του πάσχοντα Θεού όσο και του «μύστη».
Η δομή των μυστηρίων βασιζόταν σε τρία στοιχεία σύμφωνα με τον Πρόκλο. Tον μύθο, την τελετή, και την μύηση, ενώ επτά ήταν κυρίως τα στάδια ή οι βαθμίδες που οδηγούσαν στην ολοκλήρωση της μύησης στα μυητικά συστήματα. Καθαρμός, Χρίσμα, Περιβολή, Ιερός λόγος, Ενθρονισμός, Ιερογαμία, Εποπτεία. Σύμφωνα με τον Ιάμβλιχο (Περί μυστηρίων) τα μυστήρια, είχαν ως σκοπό να ελευθερώσουν τους μύστες από τα ασελγή πάθη. Έδιναν τροφή στην όραση, ενώ ταυτόχρονα εξουδετέρωναν κάθε βλαβερή και κακή σκέψη, μέσω της τρομερής ιερότητας που συνόδευε αυτές τις τελετές. Ο Ηλιόδωρος (Αιθιοπικά 9,9 , ) αναφέρει πως αυτοί που έφτασαν στις υψηλότερες βαθμίδες των μυστηρίων μυούνται στην καθαρή γνώση, στην απομόνωση του ιερού βωμού, υπό το φως που ρίχνει η φλόγα του πυρσού της αλήθειας, ενώ σύμφωνα με τον Σαλλούστιο, κάθε μύηση έχει ως σκοπό να μας ενώσει τον άνθρωπο με τον κόσμο και την θεότητα.
Τα πρώτα στοιχεία μυστηριακών τελετών στον Ελλαδικό χώρο τα συναντούμε στην Μινωική Κρήτη, όπου λάμβαναν χώρα τελετές, οι οποίες εξυμνούσαν την μητέρα φύση σε ιερά σπήλαια, υπό τον ήχο τυμπάνων και εκστασιακών χορών. Στις τελετές αυτές η φύση είχε λάβει την μορφή της μεγάλης Θεάς, και η βλάστηση την μορφή του βρέφους. Οι Μινωίτες μύστες εκστασιαζόμενοι, έβλεπαν την Θεά να κατεβαίνει από τους Ουρανούς και να κάθεται στον βωμό της, βιώνοντας την Θεότητα σαν κάτι μυστηριακό, φευγαλέο και άπιαστο, που μόνο στιγμιαία παρουσιαζόταν με ανθρώπινη μορφή ή με διάφορες μορφές ιερών ζώων.

Η Μινωική θεά των όφεων
Και ο χαρακτήρας των Καβειρίων μυστηρίων συνδέονται αρχικά με την λατρεία της μεγάλης Μητέρας Φύσης που ονομαζόταν Αξίερος (αργότερα ταυτίστηκε με την Δήμητρα) και την γονιμότητα της γης. Μαζί με την Μεγάλη Μητέρα λατρεύονταν και ο σύζυγός της, με το όνομα Καδμίλος ( που αργότερα ταυτίστηκε με τον Ερμή ).
Οι τελετές είχαν ως επίκεντρο την Λήμνο και την Σαμοθράκη, και είχαν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα που τα διαφοροποιούσε από τα υπόλοιπα Ελληνικά μυστήρια, καθώς είχαν δικαίωμα συμμετοχής σε αυτά άνθρωποι δίχως διάκριση φυλής, κοινωνικής τάξης και φύλου.
Στην συνέχεια οι Θεότητες των μυστηρίων που μετείχαν στο θείο δράμα διάφεραν από τόπο σε τόπο, φαίνεται όμως πως στις περισσότερες των περιπτώσεων, τα τέσσερα παιδιά του Ήφαιστου, ήταν αυτά που μετείχαν στο θείο δράμα: ο Καδμίλος, η Αξίερη, ο Αξιόκερσο και η Αξιόκερσα. Γενικά όμως αποφεύγονταν η χρήση των ονομάτων των Καβείρων, ονομαζόμενοι απλά ως Μεγάλους Θεούς ή Άνακτες.
Οι μυητικές τελετές στα Καβείρια μυστήρια διαρκούσαν 9 ημέρες, και περιλάμβαναν εκτός από τους προκαταρκτικούς καθαρμούς και την εξομολόγηση, την τελετή της παραδόσεως, όπου πραγματοποιούνταν η διδασκαλία και ερμηνεία του τελετουργικού και συμβολικού τμήματος των μυστηρίων.
Λέγεται πως το θείο δράμα περιλάμβανε τον μύθο του φόνου του Καδμίλου από τα αδέρφια του, και την τελική ανάσταση του με την βοήθεια των αδελφών του και πάλι. Ο ιερέας μετά τους εξαγνισμούς οδηγούσε τον μύστη στο άβατο του Ιερού, όπου παρακολούθησε το θείο δράμα, για να γίνει ο ίδιος ο μυούμενος συμβολικά ο Καδμίλος, ο οποίος φονεύεται από τα αδέλφια του και μεταφέρεται στον Κάτω Κόσμο. Όταν αναγεννάτε ο αναγεννημένος Καδμίλος, ο Μύστης είναι ένας νέος πνευματικός άνθρωπος , ο οποίος έχει γνωρίσει τα μυστικά της ζωής και του θανάτου. Οδηγείται τότε να καθίσει στον ιερό θρόνο, μπροστά από τον οποίο έκαιγε το ιερό πυρ, στεφανωμένος με ένα κλαδί ελιάς και μία πορφυρή ζώνη. Γύρω του οι ιερείς έψελναν Ιερούς ύμνους, υπό τους ήχους μουσικής και μυστηριακών τραγουδιών.
Στα ελευσίνια μυστήρια τα οποία σύμφωνα με το «Πάριο Χρονικό» καθιερώθηκαν γύρω στο 1350 π. Χ. από τον Εύμολπο, διαδραματίζονταν οι σημαντικότερες και διασημότερες μυστηριακές τελετές της αρχαίας Ελλάδας, έως το έτος 395 μ. Χ.
Ο μύθος των Ελευσινίων μυστηρίων, διαδραματιζόταν γύρω από τον γνωστό μύθο της αρπαγής της κόρης της Δήμητρας Περσεφόνης, από τον Θεό του κάτω κόσμου Πλούτωνα.


Η αρπαγή της Περσεφόνης


Σε ένα πρώτο επίπεδο συμβολισμού δια μέσου των τελετών οι μυσταγωγοί ήθελαν εξευμενίσουν τις θεές της βλάστησης για να μην διακοπεί το θαύμα της ζωής, που αναζωογονούσε την φύση και εξασφάλιζε την σοδειά. Η Δήμητρα η μητέρα Γη κατ΄ αυτόν τον τρόπο συμβόλιζε την μήτρα που συντηρεί τους καρπούς της ζωής, ενώ η κόρη την ζωοποιό δύναμη, που αντιστοιχεί στην βλάστηση.
Όπως και στα προηγούμενα μυστήρια προηγούνταν καθαρμοί, ενώ η μυητική διαδικασία περιλάμβανε τα «Δρώμενα», τις τελετές δηλαδή που λάμβαναν χώρα στο άβατο, τα «Δεικνυόμενα», που ήταν τα ιερά σύμβολα που επιδεικνύονταν με ιερότερο όλων το ιερό στάχυ, και τα «Λεγόμενα», που αφορούσαν ότι λεγόταν προφορικά κατά την διάρκεια της μύησης
Για να προσεγγίσουμε τα Ελευσίνια μυστήρια σε ένα βαθύτερο επίπεδο, θα πρέπει σε αυτό το σημείο να γίνει αναφορά σε ένα κομβικό σημείο που έλαβε χώρα στον Ελληνικό χώρο, και επηρέασε καταλυτικά τόσο την θρησκευτική σκέψη του Έλληνα, όσο και τα δρώμενα κατά την διάρκεια των μυστηριακών τελετών. Όπως αναφέραμε παραπάνω τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις μυστηριακές τελετές στον Ελλαδικό χώρο, είναι δύο.
Το πρώτο αφορά μυστηριακές τελετές σε ένα πρώιμο στάδιο, έχουν να κάνουν με μαγικές τελετουργικές πρακτικές που αφορούν την βλάστηση και τον κύκλο ζωής της φύσης, στο οποίο περιλαμβάνονται επίσης το Ομηρικό και Ησιόδειο μυθολογικό Θεολογικό πλαίσιο.
Ο Παυσανίας (Κορινθ.34, 2-3) για παράδειγμα, περιγράφει μία τέτοια μαγική τελετή παύσης των ανέμων, που επιτυγχάνεται με την τελετουργική σφαγή ενός λευκού κόκορα, και τον σχηματισμό ενός κύκλου στο έδαφος με το αίμα του.
Σε ένα τέτοιο θεολογικό και θρησκευτικό πλαίσιο για τον Έλληνα αυτής της εποχής, ο θάνατος δεν έπαιζε κανέναν ρόλο στην πραγματοποίηση του ανθρώπινου προορισμού, καθώς ο νεκρός αποτελούσε απλώς μία ημι-ύπαρξη, μια σκιά. Πίστευε πως οι θεοί είναι αθάνατοι, και πως αυτός ως θνητός εκπλήρωνε τον σκοπό της ζωής του σε αυτόν τον κόσμο, και όχι πέρα από αυτόν. Έναν επίγειο κόσμο στον οποίο οι άνθρωποι συνυπάρχουν με τους Θεούς, οι οποίοι έχουν ανθρώπινες αδυναμίες, δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μία οικειότητα με αυτούς. (1)

Διονυσιακή πομπή

Το δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει τις μυστηριακές τελετές είναι η εισαγωγή του Διονυσιακού και Ορφικού στοιχείου, που εισάγει στην ελληνική θρησκεία ένα πάντρεμα του εκστατικού στοιχείου, με την μετά θάνατον ζωή και την επαναγέννηση. Τα νέα στοιχεία που εισήγαγε το Διονυσιακό και Ορφικό στοιχείο, δεν αφορούν όπως θα διαπιστώσουμε στην συνέχεια της μελέτης μας, μόνο την διάδοσης της οργιαστικής μέθης και της έκστασης, αλλά και την τάση προς «μυστικιστικά τελετουργικά», που εμπεριείχαν την πίστη σε μια μεταθανάτια ανώτερη ύπαρξη. Τα τελετουργικά αυτά προετοίμαζαν και προπαρασκεύαζαν τον μύστη για την αθανασία. Το φαινόμενο της «θέωσης», υπό αυτό το πρίσμα, έλαβε όχι μόνο την μορφή διαφόρων παραψυχολογικών και μεταφυσικών φαινομένων, όπως η καταληψία, η έκταση, η ύπνωση, οι εξωσωματικές εμπειρίες κ.λ.π, αλλά και της επιβεβαίωσης στην αθανασία της ψυχής και της ζωής μετά θάνατον.
Ο Διόνυσος ήταν ο νεώτερος θεός που εντάχθηκε στο Ελληνικό πάνθεο και ο μοναδικός που γεννήθηκε πέθανε και αναγεννήθηκε. Οι ιερές τελετές του Διονύσου γιορτάζονται κάθε δυο χρόνια στις αρχές του Δεκέμβρη στον Παρνασσό, και σε αυτά έπαιρναν μέρος μόνο οι γυναίκες Μαινάδες ή Βάκχες ή Θυϊάδες, οργανωμένες σε θιάσους. Οι Μαινάδες αποτελούσαν τις ιέρειες του Διονύσου, οι οποίες ήταν αφιερωμένες στο Θεό Διόνυσο, και αποτελούσαν το ιερατείο της διονυσιακής λατρείας. Οι Βάκχες πριν την τέλεση των διονυσιακών τελετουργιών υποβάλλονταν σε διάφορα τελετουργικά καθαρσης, που περιελάμβαναν νηστεία, και σεξουαλική αποχή. Κατά την διάρκεια των τελετουργιών οι Βάκχες «βάκχευαν», έπεφταν δηλ σε «θρησκευτική μανία», δια μέσου των τελετουργικών χορών, τραγουδιών, και κραυγών υπό των ήχο κυμβάλων. Τότε οι Βάκχες δρούσαν αλλόφρονες σε κατάσταση καταληψίας υπό την επήρεια του πνεύματος που τις είχε καταλάβει. Εδώ ανιχνεύεται και ο Διονυσιακός μυστικισμός, σύμφωνα με τον οποίο ο Διόνυσος ενωνόταν με τις ψυχές των μυημένων μέσω της τελετουργικής «έκστασης».

Βάκχη


Οι οπαδοί του Ορφέα επηρέασαν και τροποποίησαν εν μέρη τις Διονυσιακές τελετές, κατά την διάρκειά των οποίων υπό το φως του ιερού πυρ, έψαλαν ύμνους, και πραγματοποιούσαν αναπαραστάσεις των παθών του Διονύσου. Οι μυστηριακές τελετές του Ορφισμού διακρίνονταν σε δύο επίπεδα, στον εξαγνισμό και στην μύηση. Δια μέσου της μύησης στα Ορφικά Μυστήρια αποκαλύπτονταν στον άνθρωπο οι αρχετυπικές αλήθειες, έχοντας ως αρωγό τον Θεό Διόνυσο, πού ήταν ο λυτρωτής της ανθρώπινης ψυχής. Στην Ορφική εκδοχή του μύθου του Διονύσου, ο Διόνυσος Ζαγρέας γιος του Δία και της Περσεφόνης, ως βρέφος κατασπαράσσεται από τους Τιτάνες μετά από προτροπή της Ήρας. Η Αθηνά σώνει την καρδία του Διόνυσου την οποία παρέδωσε στον Δία, ο οποίος στην συνέχεια γεννά επίσης για δεύτερη φορά τον Διόνυσο. Ο Δίας εξοργισμένος από την πράξη των Τιτάνων τους κατακεραυνώνει, και από τη στάχτη τους, προσθέτοντας λίγο νερό, έφτιαξε την ανθρώπινη φυλή. Επειδή όμως οι Τιτάνες είχαν κατασπαράξει τον Διόνυσο πέρασε μέσα τους το Θεϊκό στοιχείο, και από αυτούς σε εμάς.
Συνεπώς σε επίπεδο συμβολισμού, στις μυστηριακές τελετές, ο άνθρωπος οφείλει να νικήσει το «τιτανικό» στοιχείο, και να ενωθεί με το Θεό-Διόνυσο, ενισχύοντας το ενυπάρχουν σε αυτόν Θεϊκό στοιχείο του Διόνυσου Ζαγρέα.
Το μεγάλο βήμα του Ορφισμού ήταν ότι αφενός διατήρησε την βακχική πίστη πως άνθρωπος μπορεί να φτάσει «μέθεξη» στην «θέωση», και αφετέρου εισήγαγε στον Ελληνικό κόσμο το στοιχείο του δυϊσμού ψυχής-σώματος, του πνεύματος και της ύλης.
Για τον Ορφισμό ο Θεός κατοικούσε στα βάθη του ανθρώπινου «είναι» κρυμμένος στην ύλη, και καθήκον του Ορφικού μυστικιστή ήταν να τον απελευθερώσει από τα δεσμά των Τιτάνων. Η «θέωση» που αναζητούσαν οι μύστες στο εξής, δεν ήταν σωματική έκσταση αλλά πνευματική, και τα μέσα που υιοθέτησαν δεν ήταν η οινοποσία, αλλά αποχή και τελετές καθαρμού. Οι Ορφικοί πίστευαν ότι η ψυχή ενσαρκώνεται και φυλακίζετε στο σώμα λόγω του προγενέστερου αμαρτήματος της, και ότι επαναγεννάτε. Η εισαγωγή δια μέσω του Διονύσου και του Ορφέα της πίστης στην ανθρώπινη αθανασία, και του δυϊσμού σώματος και ψυχής, επηρέασε καταλυτικά τόσο την Φιλοσοφική σκέψη με αποκορύφωμα τον Πλάτωνα, αλλά και τα μυστηριακά δρώμενα στα Ελευσίνια μυστήρια.

Η Δολοφονία του Ορφέα

Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, η εισαγωγή του Διόνυσου Ιάκχου στα Ελευσίνια μυστήρια, σήμανε την απαρχή δρωμένων που δεν είχαν να κάνουν μόνο με τον κύκλο των εποχών του έτους, της γένεση και τη φθοράς φύσης, αλλά πρόσφεραν στον άνθρωπο την πεποίθηση, πως η ζωή του ανθρώπου ως τμήμα ομοούσιο της φύσης και του αθάνατου ιερού Θείου στοιχείου κομμάτι της οποίας αποτελούσε, μπορούσε να υπερβεί την σωματική φθορά δια μέσω της ανθρώπινης ψυχής. Έτσι, μέσα από τα Ελευσίνια παρουσιάζεται η πορεία της ανθρώπινης εξέλιξης.
Η θέληση της ψυχής να γνωρίσει, είναι που την οδηγεί στον Άδη. Οι ιεροφάντες δίνουν πλέον συμβουλές για την κάθοδο στον Άδη, μαθαίνοντας στους μύστες να απαγγέλλουν ύμνους που θα τους προφύλασσαν από τους κινδύνους, με τελικό προορισμό τα Ηλύσια πεδία . Ο θάνατος πλέον δεν αποτελούσε το οριστικό τέλος της ζωής, αλλά τον αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα. Η Περσεφόνη συμβόλιζε την Θεια ψυχή που θυσιάστηκε με κάθοδο στην ύλη, όπως συμβολίζει και ο μύθος με την αρπαγή της από τον χθόνιο Πλούτωνα, ενώ η Δήμητρα είναι ο παροχός της ζωής.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο επιδιώκεται δια μέσου των μυστηρίων η ανάβαση από τον κατώτερο, ζωώδη άνθρωπο σε ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης, όπου ο μύστης μπορεί να υπερβεί τις φυσικές του δυνατότητες, κατακτώντας ίσως την αθανασία, μετέχων στο θείο, «θεούμενος». Αυτή η στιγμή αποτελούσε την πεμπτουσία όλων των αρχαίων μυστηρίων, την εποπτεία.
Η στιγμή δηλαδή κατά την οποία οι μυούμενοι βίωναν άμεσα την ύψιστη υπερβατική αλήθεια την ένωση με το Θείο, την ένατη ημέρα μετά από οχτώ ημέρες νηστείας και καθαρμών, την θεαματική «επιφάνεια» της Θεάς Περσεφόνης ψυχής που ανερχόταν από τον Άδη, στα Ελευσίνια μυστήρια. Ήταν η στιγμή που ο μύστης πλέον αντίκριζε μέσα από το σκότος τον Ήλιο του μεσονυκτίου. Σύμφωνα με τον Πρόκλο (Θεολογία Πλάτωνος), σε όλα τα μυστήρια οι θεοί παρουσιάζονταν με πολλές μορφές και με πολλά σχήματα. Μερικές φορές προβάλλουν ένα άμορφο φως το οποίο άλλοτε σχηματίζει ανθρώπινη μορφή και άλλοτε παίρνει ένα διαφορετικό σχήμα. Το τι ακριβώς βέβαια συνέβαινε στην κορύφωση των μυστηριακών τελετουργιών και με ποιόν τρόπο είναι άγνωστο, αν και έχουν προταθεί διάφορες εκδοχές. Οι ελάχιστες πληροφορίες που δίνονται από αρχαίες πηγές, οδηγούν τον γράφοντα στο συμπέρασμα, πως μετά από ημέρες νηστείας, ειδικών τελετουργιών, επίπονων ψυχολογικών νοητικών δοκιμασιών και στοχασμού πάνω στα σύμβολα και στα αρχέτυπα που επιδρούσαν στον μύστη, ίσως και υπό θεουργικών ή υπνωτικών μεθόδων εκ μέρους των ιεροτελεστών, να οδηγούσαν τον υποψήφιο μύστη να έχει αυτό που ονομάζουμε «εξωσωματικές εμπειρίες», και που αποτελούσε χαρακτηριστικό γνώρισμα των θεουργικών πρακτικών των νεοπλατωνιστών από τον Ιάμβλιχο και μετά. Ο Αριστείδης μας περιγράφει τι ένοιωθε υποψήφιος κατά την διάρκεια της μύησης:

«Νόμισα ότι ήρθα σε επαφή με τον Θεό, και τον ένοιωσα να πλησιάζει εγγύτερα, και ήμουν τότε ανάμεσα σε εγρήγορση και ύπνο. Το πνεύμα μου ήταν ανάλαφρο, ώστε κανείς που δεν έχει μυηθεί δεν μπορεί να μιλήσει για αυτό ή να το κατανοήσει».

Ο Πλάτωνας περιγράφει ως έξεις στον Φαίδρο ( 250c ) το στάδιο της «εποπτείας»:

«Αλλά αυτοί που έλαβαν μέρος σε εκείνη από τις τελετουργίες που είναι νόμιμο να την ονομάζουμε μακαριότατη, βλέπουν την λαμπρή ωραιότητα και τη μακάρια όψη και την πραγματική θέασή τους, καθώς εν χορό με τους άλλους πανευτυχείς μύστες γίνονται ακόλουθοι του Δία ή κάποιου άλλου πάτρωνα θεού. Και τότε πανηγυρίζουμε ευδαιμονικά, καθώς βιώνουμε μία ολοκλήρωση μέσα μας, και αισθανόμαστε ότι είμαστε πια απρόσβλητοι από οποιαδήποτε κακό, και βλέπουμε παντού τέλειες και καθαρές και βέβαιες εικόνες καθώς αναγορευτήκαμε πια μυημένοι και επόπτες μυστηρίων, λουσμένη σε ένα λαμπρό φως και νοιώθουμε ότι είμαστε εξαγνισμένοι και απαλλαγμένοι από τα δεσμά του σώματος, από αυτό δηλαδή το μνήμα που το περιφέρουμε κολλημένο επάνω μας σαν όστρακο ....(..) .... Βλέπαμε θεία οράματα και μυηθήκαμε στα ευλογημένα μυστήρια, τα οποία τα τελούσαμε με απόλυτη αθωότητα. Βλέπαμε γαλήνια, ευτυχισμένα, απλά οράματα να ακτινοβολούν μέσα σε καθαρό φως».

Ενώ ο Πλούταρχος αναφέρει στα Ηθικά:

«Τη στιγμή του θανάτου η ψυχή δοκιμάζει μία εμπειρία παρόμοια με εκείνη που δοκιμάζουν αυτοί που έχουν υποβληθεί σε μεγάλες μυήσεις... Αρχικά υπόκειται κανείς σε απροσδιόριστες περιπλανήσεις και σε επίπονες περιφορές, περνάει μέσα από τρομακτικά και σκοτεινά μονοπάτια που δεν έχουν διέξοδο. Αλλά ξαφνικά προς το τέλος, όλα αυτά τα τρομερά πράγματα, ο πανικός και το ρίγος και ο ιδρώτας και η έκπληξη εξαφανίζονται και ένα θαυμάσιο φως έρχεται να σε προϋπαντήσει. Εμφανίζονται καθαροί πια τόποι και ευχάριστοι λειμώνες, με μουσική και χορούς και τελετουργίες, με θείους λόγους και ιερά οράματα. Εκεί λοιπόν ο μυημένος, τέλειος πια, απαλλαγμένος και απελευθερωμένος από όλα τα δεσμά περιφέρεται στεφανωμένος και πανηγυρίζει με τους άλλους ιερούς και αγνούς μυσταγωγούς».

Μία άλλη σημαντική πληροφορία που μας δίνεται σε σχέση με τις μυστικιστικές εμπειρίες στην αρχαία Ελλάδα μας δίνεται από τον Παυσανία και τον Πλούταρχο (Περί Σωκράτους Δαιμονίου59 b-c) που αναφέρονται στο μαντείο του Τροφώνιου Άνδρου. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχονται, στο Τροφώνιο Άνδρο ο ενδιαφερόμενος κατέβαινε σε μία τρύπα , όπου έπρεπε ξαπλώσει ανάσκελα στο έδαφος κρατώντας γλυκά ζυμωμένα με μέλι (μελόπιτες), βάζοντας βάζει πρώτα μέσα στην τρύπα τα πόδια του για να μπει μετά και ο ίδιος. Ο Τίμαρχος ένας Αθηναίος που επισκέφτηκε το Τροφώνιο Άνδρο, περιέγραψε τα όσα του συνέβησαν εκεί. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο ο Τίμαρχος κατήλθε στην κρύπτη του Τροφώνιου, αφού πρώτα τέλεσε όλες τις τελετουργίες που συνήθιζαν στο μαντείο, μένοντας κάτω από το έδαφος για δύο νύχτες και μία μέρα.
Ο Τίμαρχος είπε ότι στην κάθοδο του στη μαντική κρύπτη, η πρώτη του εμπειρία ήταν αυτή της πτήσης σε απόλυτο σκοτάδι, και έπειτα από προσευχή, έμεινε να κείτεται για πολύ ώρα χωρίς να έχει συνείδηση για το αν ήταν ξύπνιος ή αν ονειρευόταν. Παρ' όλα αυτά, την ίδια ώρα τού φάνηκε ότι άκουσε έναν κρότο και ότι χτύπησε στο κεφάλι, και ότι οι ραφές του κρανίου του χωρίστηκαν και απελευθέρωσαν την ψυχή του.
Καθώς απομακρυνόταν η ψυχή του προς τα επάνω αναμειγνυόταν με αέρα διαυγή και καθαρό και ένοιωθε χαρά ...Και του φάνηκε πως άκουσε αμυδρό σφύριγμα να γυρίζει πάνω από το κεφάλι του και ο ήχος που άφηνε ήταν ευχάριστος.... Ο Τίμαρχος αναφέρει πως βγήκε η ψυχή του από το σώμα του, και ανεβαίνοντας πάνω από την γη είδε τους πλανήτες.
Κοιτάζοντας προς τα επάνω δεν είδε πουθενά την γη, αλλά νησιά, (οι πλανήτες) που έλαμπαν με λάμψη απαλή, αλλάζοντας μεταξύ τους και με την σειρά του το καθένα χρώματα. Τα νησιά αυτά φαίνονταν αναρίθμητα στο πλήθος και υπερφυσικά στο μέγεθος, όχι ίσα όλα, αλλά όλα σφαιρικά. Του φάνηκε επίσης πως κινούνταν κυκλικά στον αιθέρα και σιγο σφύριζαν μελωδικά (οι μουσική των σφαιρών – πλανητών που δημιουργείται κατά την περιφορά τους, και που έχει και επιστημονικά πλέον επιβεβαιωθεί) .
Ο Τίμαρχος κατά την διάρκεια του «εξωσωματικού ταξιδιού του», άκουσε επίσης μία φωνή που τον ρώτησε αν θέλει να μάθει κάτι. Αυτός απάντησε τα πάντα. Η φωνή του είπε πως μπορεί να ρωτήσει για το πεδίο της Περσεφόνης, που είναι μια από τις τέσσερις χώρες, και σημαδεύεται από την πορεία της Στυγός. Ο Τίμαρχος ρώτησε τι είναι η Στύγα, και η φωνή του εξήγησε πως είναι το μονοπάτι που οδηγεί στον Κάτω Κόσμο, στον Άδη, και πως περνά από δίπλα του και εκτείνεται προς τα πάνω, ερχόμενη από τον Άδη από κάτω του. Όπως του εξήγησε η φωνή καθώς η Στύγα πλησιάζει, οι ψυχές φωνάζουν από τρόμο, γιατί πολλοί είναι εκείνοι που γλιστρούν και μεταφέρονται μακριά από τον Άδη . Τίμαρχος εξήγησε πως δεν έβλέπε τίποτα, εκτός από πολλά άστρα να τρεμοφέγγουν πάνω από την Άβυσσο, και άλλα που βυθίζονταν μέσα σ' αυτήν, Η φωνή που άκουγε του εξήγησε πως απλώς έβλεπε τους «δαίμονες...»Είναι σίγουρο λοιπόν πως οι μύστες βίωναν μία μοναδική εμπειρία, η οποία σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες αποτελούσε κομβικό σημείο στην ζωή τους, για αυτό τον λόγο και η γνωστοποίηση του περιεχόμενου της ήταν απαγορευμένη στους αμύητους.
Με την εμφάνιση του Χριστιανισμού στους αιώνες που ακολούθησαν, έλαβε χώρα ένας θεολογικός συγκρητισμός και ταυτόχρονα υπήρχε εξαθλίωση των κοινωνικών μαζών. Ήταν η εποχή που η ελληνική σκέψη και θρησκευτικότητα μπολιάστηκε με πολλά ξένα στοιχεία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλων η λαϊκή μαγεία, αποτελούσε εκ των πραγμάτων το καταφύγιο όσων οι ελπίδες είχαν διαψευσθεί τόσο από τους ανθρώπους όσο και τους θεούς..Αυτή την περίοδο κάνει την εμφάνιση της μία μεγαλειώδης μορφή στην Φιλοσοφία αλλά και μυσταγωγία, ο Πλωτίνος (205-270 μ.Χ.). Ο Πλωτίνος τόσο με την θεολογική και φιλοσοφική του σκέψη, όσο και με τις μυστικιστικές του εμπειρίες, είχε τεράστια επίδραση στον μετέπειτα χριστιανικό μυστικισμό, κυρίως δια μέσου του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη.


Παρότι και ο Πλωτίνος δεν επιθυμεί να αποκαλύψει τίποτα για τα δρώμενα των μυστηρίων, δια μέσω της φιλοσοφικής του σκέψης μας αποκαλύπτει πολλά. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στις Εννεάδες, (VI.9, 11.5-15):

«Αυτό είναι το νόημα εκείνης της επιταγής των μυστηρίων. Τίποτα να μην αποκαλύπτεται στους αμύητους. Tο υπέρτατο δεν είναι για να κοινολογείται, τα άγια πράγματα απαγορεύεται να αποκαλυφθούν στον ξένο, σε όποιον δεν έχει καταφέρει ο ίδιος να δει. Δεν υπήρχαν δύο, (κατά την στιγμή της ένωσης με το θείο) ο ορών ήταν ένα με το ορώμενο, δεν ήταν όραμα αλλά ένωση. Ο άνθρωπος που διαμορφώνεται απ’ αυτή την ανάμειξη με το υπέρτατο πρέπει –εάν και μόνο θυμηθεί- να φέρει το είδωλο του αποτυπωμένο επάνω του. Έχει γίνει η ενότητα, τίποτα δεν υπάρχει μέσα του ή έξω του που να προκαλεί ποικιλία, τώρα καμιά κίνηση, κανένα πάθος, καμιά επιθυμία που να στρέφεται προς τα έξω, από τη στιγμή που επιτυγχάνεται αυτή η άνοδος. Αδρανεί η λογική και κάθε νόηση, ακόμα και για να τολμήσουμε την λέξη, ο ίδιος ο εαυτός: κρατημένος μακριά πλήρης θεού, έχει επιτύχει στην τέλεια ακινησία την απομόνωση. Με ήρεμο όλο του το είναι, δεν στρέφεται ούτε προς αυτή την πλευρά ούτε προς εκείνη, ούτε καν προς τα μέσα προς τον ίδιο του τον εαυτό. Εντελώς ήρεμος, σε στάση, έχει γίνει η ίδια η στάση».


Στον Πλωτίνο, οι μυστικιστικές καταστάσεις αποτελούν την κορύφωση, ενός φιλοσοφικού στοχασμού. Απαραίτητη προϋπόθεση των εκστατικών καταστάσεων αποτελεί η ηθική τελείωση, η σταδιακή αποξένωση του ανθρώπου από κάθε υλική ατέλεια, δηλαδή η τελείωση που αποκτάται μέσω της ασκητικής ζωής. Για τον Πλωτίνο η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την βαθμιαία άνοδο του ανθρώπου από τον υλικό κόσμο σε εκείνον των Ιδεών και από εκεί στην ύπαρξη του Εν, το οποίο βρίσκεται πάνω από κάθε ιδιότητα και κατηγορία. Από αυτό το Εν ως θεϊκή αρχή και υπέρ ύπαρξη, προέρχεται το πάν μέσω απορροιών , ο Νους και η ύλη ως Φύση.
Ο Πλωτίνος περιγράφει το αίσθημα της «μυστικιστικής ένωσης» (το οποίο κατόρθωσε μόνο τέσσερις φορές στην ζωή του σύμφωνα με τον μαθητή του Πορφύριο) με το Θείο, το Εν (Εννεάδες IV .8.1.1-11):

«Πολλάκις αφυπνισθείς από την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν μέσα στο σώμα μου και εισελθών στον ίδιο τον εαυτό μου, αποξενώνομαι από κάθε τι άλλο. Μέσα στο εσώτερο είναι μου βλέπω μία θαυμάσια ομορφιά, που με πείθει για την υπέροχη μοίρα που με αναμένει. Η δραστηριότητα του πνεύματος μου βρίσκεται στο ύψιστο σημείο. Είναι ένα με τον Θεό, εδράζομαι σε αυτόν ευρισκόμενος υπεράνω κάθε νοητού. Έπειτα όμως, από την ανάπαυση μου σε αυτόν, αφού κατεβώ στον χώρο του λογισμού και η ψυχή μου επανεισέλθει στο σώμα, απορώ πως "πότε και νύν" ήταν δυνατόν να κατέλθω, και πως η ψυχή μπορούσε να εισέλθει στο σώμα, αφού είναι αυτή που μου αποκαλύφθηκε (κατά την έκσταση μου)»

Στην κατάσταση της έκστασης ο Πλωτίνος αναφέρει πως πλημμύριζε από ένα μεταφυσικό φως, όπως λεει: «Δεν είναι γνωστό από πού ήρθε το φως, από έξω ή από μέσα», και όταν έπαυσε να βλέπει το φως εξηγεί:

«Ήταν λοιπόν μέσα και ωστόσο όχι μέσα. Δεν πρέπει να ερωτηθεί από πού ήρθε: δεν υπάρχει ένα «από πού», επειδή ούτε ήρθε ούτε έφυγε, αλλά εμφανίστηκε και εξαφανίστηκε. Για αυτό δεν είναι ανάγκη να το εξαναγκάσει, αλλά πρέπει να περιμένει σιωπηλός έως ότου εμφανιστεί και να προετοιμαστεί για να το δει, όπως το βλέμμα περιμένει την ανατολή του ήλιου».

To ταξίδι της ανθρώπινης ψυχής κατά τον Πλωτίνο, είναι ένα «εις εαυτόν» εσωτερικό ταξίδι, καθώς η ψυχή «ήξει ουκ εις άλλα, αλλά εις εαυτόν». «Πάντα είσω», τα πάντα είναι μέσα μας, αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πλωτίνος. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να απομακρυνθούμε από όλα τα εξωτερικά, στραμμένοι ολοκληρωτικά προς τα μέσα.
Καμία κλίση προς τα έξω, το σύνολο των πραγμάτων πρέπει να αγνοηθεί. Η ψυχή τότε δεν θα δει τον θεό να εμφανίζεται ξαφνικά μέσα της, διότι δεν υπάρχει τίποτα πια που να τους χωρίζει, καθώς τότε δεν υπάρχουν δύο.
Ο ορών είναι ένα με το ορώμενο, δεν είναι όραμα αλλά ένωση. Και τότε η ψυχή δεν έχει πια συνείδηση πως βρίσκεται μέσα σε ένα σώμα, ούτε πως ο εαυτός της έχει κάποια ταυτότητα. ( Πλωτ. Εννεάδ. VI 9.10.20, vi, ix, 11,38 & vi 7,34,12, VI 9.11.5)
Σύμφωνα με τον Πορφύριο ( Βίος Πλωτ. 23,7) η μυστικιστική προσέγγιση του Θείου από τον Πλωτίνο, επιτεύχθηκε μέσω του διαλογισμού και των μεθόδων που υποδεικνύει ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο. Η μέθοδος ανάβασης προς το θείο συνεπώς αφορά μία νοητική και όχι σωματική προσπάθεια, δίχως ειδικές τελετουργίες και επαναλήψεις ιερών ονομάτων. Στις επιστολές ο Πλάτωνας (Ζ Επιστ. 341 c-d ) αποκαλύπτει πως :

«Η γνώση της ουσίας του όντος έρχεται σαν αποτέλεσμα του συνεχούς στοχασμού – διαλογισμού σχετικά με το θέμα και της επικοινωνίας με αυτό, ώσπου ξαφνικά, ξεπηδά όπως η φωτιά που ανάβει από τον σπινθήρα. Έτσι γεννιέται στην ψυχή και τρέφει ή ίδιο τον εαυτό της..»

Για τον Πλωτίνο αυτή η εμπειρία είναι φυσικό γεγονός και όχι υπερφυσική χάρη, όπως συμβαίνει στον χριστιανισμό. Και αυτό διότι για τον Πλωτίνο ο άνθρωπος δεν αποτελεί μία τυχαία υπόσταση της απορροής ακτινοβολίας του Εν, αλλά ένα πλάσμα με ελεύθερη βούληση, ικανό να επιστρέψει στην πηγή του και πηγή των πάντων το ΕΝ. Ο προορισμός του ανθρώπου είναι αναζητήσει το Θείο, και να γίνει όσον το δυνατόν όμοιος με το Εν, με τον Θεό. Μια τέτοια ομοίωση ή ακόμα μια ένωση με τον Θεό δεν είναι μια απλή θεωρητική βούληση, καθώς όλοι έχουμε μέσα μας κάτι που μοιάζει με το Έν, συνεπώς μπορούμε να το συλλάβουμε με αιφνίδια ενόραση καθώς όπως αναφέρει(Εννεάδες ΙΙΙ, 8, 9).


«Διότι κάτι από αυτό (το Έν) υπάρχει μέσα μας. Και μάλιστα δεν υπάρχει τόπος όπου αυτό να μην υπάρχει, σε όσα μπορούν να συμμετέχουν τούτου. Διότι οπουδήποτε κι αν θέσεις αυτό που είναι ικανό να το συλλάβει μπορείς εκεί να συλλάβεις το πανταχού παρόν. Είναι σαν μία φωνή που γεμίζει έναν κενό χώρο. Κάθε άνθρωπος που θα στήσει αυτί σε ένα οποιοδήποτε σημείο αυτού του χώρου, θα συλλάβει την φωνή ολόκληρη, κι όμως όχι ολόκληρη.»

Για τον Πλωτίνο ο άνθρωπος οφείλει να δώσει την μάχη στον παρόντα χρόνο, όχι μόνο μετά θάνατον αλλά και στην ζωή αυτή μέσω της λεγομένης καταστάσεως της εκστάσεως. Μετά τον Πλωτίνο οι νεοπλατωνικοί στράφηκαν σε θεουργικές πρακτικές επηρεασμένες από την Αιγυπτο – Βαβυλωνιακή μυστηριακή μαγική παράδοση, για την επίτευξη της ένωσης με το Θείο, αν και γνωρίζουμε πως ακόμη και ο Πλωτίνος είχε υπόψη του, τις θεουργικές πρακτικές αν και ήταν αντίθετος με αυτές.
Ο Πορφύριος μάλιστα αναφέρει πως οι θεουργικές τελετές μπορούν να καθαρίσουν την πνευματική ψυχή, και να την κάνουν κατάλληλη να δέχεται πνεύματα και τους αγγέλους, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνει επηρεασμένος σαφώς από τον δάσκαλο του Πλωτίνο, πως η τεχνική αυτή είναι επικίνδυνη, και μπορεί να προκαλέσει καλό ή κακό.
Αμφιβάλει μάλιστα ο Πορφύριος ότι μπορεί πράγματι να επιτύχει κάποιος την επιστροφή της ψυχής στο θεό, ή ότι αποτελεί έναν απαραίτητο παράγοντα για αυτό. Παρόλα αυτά ο Πορφύριος έγραψε ένα υπόμνημα πάνω στα «Χαλδαϊκά λόγια», τα οποία αποτελούν έργο κατά πάσα πιθανότητα του Ιουλιανού του θεουργού, θαυματοποιού του 2ου αι. μ.Χ. Ο Ιουλιανός (όχι ο αυτοκράτορας γνωστός ως παραβάτης) έζησε την εποχή του Μ. Αυρήλιου, και ήταν γιος «Χαλδαίου φιλοσόφου» . Οι χρησμοί αυτοί εκτός των άλλων, περιλαμβάνουν συνταγές μαγείας, αλλά και τελετουργικές οδηγίες για την επίκληση των Θεών. Σύμφωνα με τον Ιουλιανό, οι οδηγίες αυτές του παραδόθηκαν από τους Θεούς. Μετά τον Πορφύριο οι Νεοπλατωνιστές με κύριο εκπρόσωπο τον Ιάμβλιχο, εγκατέλειψαν την νοητική μεθοδολογία προσέγγισης του Θείου όπως αυτή εφαρμόστηκε από τον Πλωτίνο, και στράφηκαν στην «θεουργία, και στην «μαγική τελετουργία», καθώς σύμφωνα με τον Ιάμβλιχο (Περί μυστηρίων ΙΙ, 1,11,96,13 Partney):

«Δεν είναι η νόηση που ενώνει με τον Θεό, γιατί τότε τι θα εμπόδιζε τους θεωρητικούς φιλοσόφους να πετύχουν την θεουργική ένωση μαζί του; Αυτό όμως δε έγινε ποτέ. Η ένωση με τον θεό επιτυγχάνεται μόνο με την θεουργία . Η θεουργία επιτυγχάνεται με την ενέργεια των άρρητων έργων, τελούμενων με τον αρμόδιο τρόπο, έργων που είναι πέρα από κάθε νόηση, και με την δύναμη των άφθεκτων συμβόλων που μόνο οι θεοί τα εννοούν... Ακόμη και δίχως εμείς να τα εννοούμε τα συνθήματα αυτά εκτελούν από μόνα τους το δικό τους έργο».

Ο Ιάμβλιχος εδώ έρχεται σε σαφή αντίθεση με τον ιδρυτή του νεοπλατωνισμού Πλωτίνο, και μάλιστα στο συγκεκριμένο απόσπασμα αμφισβητεί εμμέσως πλην σαφώς, την επίτευξη της «μυστικιστικής ένωσης» που σύμφωνα με τον Πορφύριο ο Πλωτίνος κατόρθωσε τέσσερις φορές στην ζωή του.
Η θεουργία του Ιαμβλίχου φαίνεται πως στηρίζεται στις Αιγυπτιακές και Βαβυλωνιακές μαγικές και θεουργικές πρακτικές, αλλά και στην θεωρία της «συμπαθείας», που ανέπτυξε κυρίως ο στωικός φιλόσοφος Ποσειδωνίος (135 – 50 π.χ), σύμφωνα με την οποία κάθε ουράνιο Ον, έχει το αντίστοιχο του στην γη, ο μακρόκοσμος επηρεάζει τον μακρόκοσμο και το αντίστροφο. (Ο Ποσειδώνος θεμελίωσε την θεωρία του αυτή, γνωρίζοντας την επίδραση της σελήνης στον έμμηνο κύκλο της γυναίκας , και παρατηρώντας ταυτόχρονα την επίδραση της σελήνης και στην παλίρροια και την άμπωτη).
Για τους στωικούς και τους Νεοπλατωνικούς το σύμπαν ήταν ένα κλειστό σύστημα, όπου τίποτε δεν είναι αυτόνομο, αλλά όλα συνδυάζονται μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα πάντα να αποτελούν μία αδιάσπαστη ιεραρχημένη αλυσίδα, από τον Θεό, έως την ύλη. Η ενότητα που υπάρχει στο σύμπαν εξασφαλίζεται με την παρεμβολή ενδιάμεσων οντοτήτων των «δαιμόνων», (2) του Πλάτωνα, αλλά του Νου και της ψυχής. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο μεταξύ του Νού και της ύλης παρεμβάλλεται η ψυχή, η οποία εμποτίζει την ύλη δίνοντας στα αισθητά ζωή και σχήμα, δίνοντας υπόσταση ουσιαστικά στον αισθητό κόσμο. Ο αισθητός κόσμος αποτελεί συνεπώς έναν έμψυχο οργανισμό με πνευματικές δυνάμεις, των οποίων δεν έχει συνείδηση. Με βάση την παραπάνω θεώρηση, τελετουργικές πράξεις στην Γη επηρεάζουν τον αθέατο επουράνιο Θείο κόσμο.
Σύμφωνα με τις μαγικές και θεουργικές πρακτικές, που αναφέρονται σε μαγικούς παπύρους, όχι μόνο η ένωση ανθρώπου και Θείου μπορούσε πλέον να επιτευχθεί δια μέσω αυτών των μυστικών θεουργικών τελετών, αλλά και θείες οντότητες μπορούσαν να υλοποιηθούν και να εμψυχώσουν ανθρώπινα δημιουργήματα (αγάλματα και φυλαχτά) «τελεστική». Σκοπός της «τελεστικής» ήταν η «στοιχείωσης», η εγκατάσταση δηλ. ενός δαίμονα μέσα σε αγάλματα ή φυλαχτά μέσω μυστικών επικλήσεων και τελετών.
Οι σφραγίδες και οι ειδικές μαγικές λέξεις που βρίσκονταν σφραγισμένα μέσα στα αγάλματα περιελάμβαναν στοιχεία όπως τα επτά φωνήεντα, που αντιστοιχούσαν στους επτά πλανήτες. Ο σωστός τρόπος εκφώνησης των μαγικών λέξεων αποτελούσε επτασφράγιστο μυστικό που παραδίδονταν μόνο προφορικά. Μόλις αυτό επιτυγχανόταν, τότε το αντικείμενο αυτό αποκτούσε μία μαγική δύναμη προστασίας.
Ο Ζώσιμος για παράδειγμα αναφέρει πως θεουργός Νεστόριος έσωσε την Αθήνα από τον σεισμό το 375 μ.χ κατασκευάζοντας με αυτή την τεχνική ένα «τέλεσμα» και αφιερώνοντας το στον Παρθενώνα, σύμφωνα με οδηγίες που έλαβε στον ύπνο του. Ένας από τους πιο διάσημους (κυρίως λόγω της σύγκρισης του με τον Ιησού Χριστού) θεουργούς, ήταν ο Απολλώνιος ο Τυαννέας, ο οποίος εγκατέστησε στην Αντιόχεια ένα «τέλεσμα» - ομοίωμα χάλκινου σκορπιού κατά των σκορπιών, που το έθαψε κάτω από έναν κίονα, και που είχε ως αποτέλεσμα να εξαφανιστούν οι σκορπιοί από την Αντιόχεια.
Ο φιλόσοφος και μάγος της αναγέννησης Marcilio Ficino, εξηγεί τον λόγο κατασκευής των «τελεσμάτων»:

«Επειδή οι πρόγονοι μας δεν μπορούσαν να κατασκευάσουν ψυχές, καλούσαν τις ψυχές των δαιμόνων ή των αγγέλων και επιτελώντας ιερές και θειες τελετές, τις τοποθετούσαν μέσα σε εικόνες έτσι ώστε μέσω των ειδώλων αυτών οι ψυχές εκείνες να αποκτήσουν την δύναμη να πράττουν το καλό και το κακό. ..Τα συστατικά των γήινων αυτών θεών αποτελούνταν... από βότανα , πέτρες και αρώματα που κλείνουν μέσα τους μία φυσική θεία δύναμη. Ο λόγος δε για τον οποίο οι άνθρωποι τους ευχαριστούσαν με συχνές θυσίες, με ύμνους και προσευχές και με γλυκείς ήχους που αναπαριστούσαν την αρμονία των ουρανών ήταν ο έξεις: Για να μπορούν τα ουράνια εκείνα όντα, που είχαν ελκυστεί μέσα στα είδωλα μέσω των επαναλαμβανόμενων τελετών, να φέρουν χαρά στους ανθρώπους που θα παραμείνει σε αυτούς για μακρύ διάστημα. (3)

Απώτερος όμως σκοπός των θεουργικών τελετών ήταν η «πνευματική θεουργία», δια μέσου της εξόδου της Ψυχής από το σώμα, ή άνοδος της στον «εμπύριον τόπον» , και ή «θέαση» των φωτεινών θεϊκών όντων. Ο πλέον πνευματικός τρόπος αυτής της θεουργικής πρακτικής, επιτυγχανόταν δια μέσου των κατάλληλων αναπνευστικών ασκήσεων και του διαλογισμού, ο αποχωρισμός της Ψυχής από την ύλη, και «η πρός το νοητόν πύρ άνοδος», όπως έλεγε ο Ιάμβλιχος. Ο Ιάμβλιχος αναφέρει πως κατά τις μαγικές τελετουργίες το καλούμενο πνεύμα εμφανιζόταν ως μία φλεγόμενη ή φωτεινή μορφή. (4)
Στους μαγικούς πάπυρους περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο μπορεί κάποιος ανυψωθεί τελετουργικά για να επικοινωνήσει με θεία όντα, με αναφορές σε μυστικές φράσεις που πρέπει ο θεουργός να απαγγείλει για να προστατευτεί από τις κακόβουλες θεϊκές ή αγγελικές δυνάμεις. Παραθέτουμε ένα μικρό σχετικό απόσπασμα:

«Έλξε από τις ηλιακές ακτίνες αέρα, απορροφώντας τον όσο μπορείς και θα δεις τον εαυτό σου να ανυψώνεται σε μεγάλο ύψος, ώστε να νομίζεις ότι βρίσκεσαι στο μέσον του αέρα. Και δεν θα ακούς κανένα ούτε άνθρωπο ούτε ζώο, αλλά ούτε θα βλέπεις τίποτα από τα θνητά εκείνη την ώρα ενώ θα βλέπεις τα αθάνατα. Θα δεις τότε να σε κοιτάζουν οι Θεοί και να ορμούν κατά πάνω σου. Εσύ τότε θέσε αμέσως το δεξί δάκτυλο σου στο στόμα και πες: Σιγή , σιγή, σιγή, σύμβολο θεού ζώντος άφθάρτου φύλαξε με σιγή ΝΕΧΘΕΙΡ ΘΑΝΜΕΛΟΥ. Έπειτα σφύριξε με μακρύ σφύριγμα και κατόπιν σφύριξε με κλειστά χείλη λέγοντας…..»

Κατά τη διάρκεια της εκστατικής κατάστασης των θεουργών πολλοί από αυτούς αιωρούντο στον αέρα, κάτι που αποτελούσε μία συχνή πρακτική του Ιαμβλίχου, καθώς σύμφωνα με τους μαθητές του, όταν ο Ιάμβλιχος διαλογιζόταν το σώμα του ανυψωνόταν από την γη, ενώ τα ρούχα του έλαμπαν σαν τον χρυσό. (5)
Αλλά και στα Ερμητικά κείμενα (Λόγος ΙΑ’20), δίνονται οδηγίες για την ανάβαση στις θείες σφαίρες.

«Αύξησε τον εαυτό σου σε αμέτρητο μέγεθος, ξεπερνώντας κάθε σώμα και χρόνο. Φαντάσου πως είσαι παντού στην γη, στην θάλασσα, στον Ουρανό, χωρίς να γεννηθείς ώστε να βρίσκεσαι στην μητρική κοιλιά. Φαντάσου πως είσαι νέος, γέρος και πεθαμένος και πέρα από τον θάνατο. Και όλα αυτά νόησε τα μαζί: τους χρόνους, τους τόπους τα πράγματα, τις ποιότητες και τις ποσότητες και τότε μπορείς να εννοήσεις και τον θεό».

Για τον Πρόκλο5ο αιώνα μ.χ η θεουργία είναι μία δύναμη υψηλότερη από κάθε ανθρώπινη σοφία, που περιέχει όλα τα αγαθά της μαντικής, τις καθαρτικές δυνάμεις της μύησης, και με μία λέξη τις λειτουργίες της θείας κατοχής. (θεολ. Πλατ. σ 63), και μάλιστα ισχυριζόταν πως είχε προσωπικά οράματα φωτεινών φαντασμάτων της Εκάτης. (6)
Στους Χαλδαϊκούς Χρησμούς ( Kroll 57, fr. 146) περιγράφονται χαρακτηριστικά τα θεουργικών οραμάτων που βίωναν οι θεουργοί:


»Θα δεις πυρ όμοιο με παιδί το όποιο θα σκιρτάει στον αέρα ή και πυρ χωρίς μορφή, απ’ οπού θ' ακούσεις φωνή προτρέχουσα, ή (θα δεις) φως άφθονο, που να περιστρέφεται σφυρίζοντας ορμητικά γύρω από τη γη, ή (μπορεί) να δεις ίππον (=σύμβολο της Εκάτης) που αστραφτερό κι από το φως με ένα πύρινο παιδί πάνω στη γρήγορη ράχη του ίππου».

Με την οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού και το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών, η μόνη ατραπός θεογνωσίας πλέον επιτυγχανόταν δια μέσω του Ιησού Χριστού, παρόλα αυτά η νεοπλατωνική θεολογική σκέψη επηρέασε τα μέγιστα όπως σε προηγούμενη μελέτη μας έχουμε αναφέρει (7), την πρώιμη Χριστιανική σκέψη κυρίως δια μέσω του Διονύσιου του Αρεοπαγίτη.
Με την αναγέννηση και την εκ νέου γνωριμία του δυτικού κόσμου δια μέσω του Πλήθωνα του Γεμιστού(8), μετά από οκτώ ολόκληρους αιώνες με την αρχαιοελληνική σκέψη και τον Νεοπλατωνισμό, ξανάρχονται εκ νέου στο προσκήνιο του ενδιαφέροντος, οι «αρχαίες» πλέον παγανιστικές αιρετικές φιλοσοφικές και μυσταγωγικές πρακτικές.
Παρότι λοιπόν έχουμε συνηθίσει να αναφερόμαστε στην αρχαία Ελλάδα ως την μητέρα του ορθολογισμού και των επιστημών, είναι εμφανές πως το παράλογο και το μεταφυσικό, ενυπήρχε σε όλο το διάστημα του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού., καθώς ο μυστικισμός συν πορευόταν με το λαϊκό θρησκευτικό συναίσθημα, εφόσον η ένωση του ανθρώπου με ότι αυτός θεωρεί Θείο, αποτέλεσε και αποτελεί πάντα έναν ενδόμηχο πόθο της ανθρώπινης ψυχής.

Παραπομπές.

(1) . Ο μυστικισμός στις θρησκείες του κόσμου, Τσοπάνης Κωνσταντίνος, εκδόσεις Ιάμβλιχος
(2) . Το κρισιμότερο θεολογικό πρόβλημα που κλήθηκε να λύσει η αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη, ήταν το πρόβλημα της θεοδικίας, το πως είναι δηλαδή δυνατόν, ενώ ο θεός είναι το υπέρτατο Αγαθό, και πανταχού παρόν, η αγαθή ουσία του να μένει έξω από αυτό, εφόσον στον δημιουργημένο κόσμο ενυπάρχει το κακό και ο θάνατος. Ο Πλάτωνας για να δώσει απάντηση στο κρίσιμο αυτό θεολογικό ερώτημα, στο έργο του «συμπόσιο», έκανε λόγο για τους «δαίμονες» ως τους μεσάζοντες μεταξύ αιώνιου θεού και αγέννητων όντων, θεών και ανθρώπων. Στον Τίμαιο (47b) ο Πλάτωνας διαχωρίζει τον Δημιουργό Θεό από τους γεννημένους θεούς αστέρες, οι οποίοι είναι ατελείς διότι γεννήθηκαν μέσα στον χρόνο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει: «Επειδή έχετε δημιουργηθεί κάποτε, γι αυτό δεν είστε αθάνατοι, ωστόσο δεν θα έχετε την μοίρα του θανάτου, χάρη στην δική μου βούληση»
Κατ’ αυτό τον τρόπο ο Πλάτωνας συνειδητά ή ασυνείδητα υπονόμευσε το θεολογικό υπόβαθρο του Ελληνικού δωδεκαθέου. Συν το χρόνο βέβαια και πέρα από τις φιλοσοφικές αντιλήψεις του Πλάτωνα, οι Ολύμπιοι θεοί που παλαιότερα αντιπροσώπευαν φυσικές δυνάμεις, είχαν τώρα εξαδινικευτεί σε Θεούς με ανθρώπινα πάθη , από τους οποίους οι πιστοί ζητούσαν βοήθεια την οποία πολλές φορές αποτύγχαναν να εκπληρώσουν..
(3) «Αρχαίοι Έλληνες μύστες», Διαμαντής Κούτουλας, εκδόσεις Εσοπτρον.
(4) «Μάγοι της φιλοσοφίας», Θεοδ. Πελεγρίνης, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
(5, 6) «Αρχαίοι Έλληνες μύστες», Διαμαντής Κούτουλας, εκδόσεις Εσοπτρον.
(7) βλέπε «Μυστικισμός και Θείο στην Ελλάδα και στον αρχαίο Κόσμο», Χλέτσος Βασίλης, εκδόσεις Γεωργιάδης
(8) Ο Πλήθων ήταν μέλος της ελληνικής (βυζαντινής) αντιπροσωπείας στην σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας για την ένωση των δύο εκκλησιών. Ένα ταξίδι το οποίο αποτέλεσε τον σημαντικότερο ίσως σταθμό για την αναγέννηση, καθώς στην Ιταλία είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με επιφανείς Ιταλούς λογίους, και να γίνει ο εισηγητής του πλατωνισμού στην Ιταλία της αναγέννησης και ο εμπνευστής της ίδρυσης της Πλατωνικής Ακαδημίας της Φλωρεντίας.

Ιχνηλάτης

Ιχνηλάτης
Ακολουθώντας τα χαμένα ίχνη......